Το κείμενο αυτό παρέχει προσωρινές κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την  επάρκεια και ασφάλεια του αίματος στις ειδικές συνθήκες πανδημίας από τον νέο κορωνοϊό.

Αφορά τις Υπηρεσίες Αιμοδοσίας, τις Εθνικές Υγειονομικές Αρχές και όλους τους υπεύθυνους για την προμήθεια αίματος και παραγώγων και την ενσωμάτωση του συστήματος αίματος στο σύστημα δημόσιας υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) θα συνεχίσει να επικαιροποιεί τις παρούσες  κατευθυντήριες οδηγίες με βάση τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα.

Το κείμενο αυτό αποτελεί προσαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών του  ΠΟΥ για τις Εθνικές Υπηρεσίες Αίματος αναφορικά με την  διασφάλιση της  επάρκειας αίματος κατά την επιδημική έξαρση λοιμωδών νοσημάτων και προσαρμογή των επιστημονικών δημοσιεύσεων  αξιολόγησης κινδύνου COVID-19 από περιφερειακά δίκτυα και υπεύθυνους φορείς.

Γενικές εκτιμήσεις

Στην  επιδημία COVID-19, η μετάδοση του ιού (SARS-Cov-2) λαμβάνει χώρα  κατά κύριο λόγο μέσω της αναπνευστικής οδού και θεωρητικά μέσω της μετάγγισης. Κατά την διάρκεια της πανδημίας  η επάρκεια  αίματος και παραγώγων αίματος δύναται να επηρεαστεί δυσμενώς. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες αιμοδοσίας θα πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα εκτίμησης, σχεδιασμού και ενδεδειγμένης δράσης.

Ο κίνδυνος μετάδοσης COVID-19 μέσω μετάγγισης αίματος και παραγώγων αίματος είναι με βάση τα τρέχοντα επιστημονικά δεδομένα μόνο θεωρητικός και πιθανώς ελάχιστος. Ωστόσο με βάση την εμπειρία από επιδημίες άλλων κορωνοϊών υπάρχουν σημαντικές επιπτώσεις στην επάρκεια αίματος μέσω μειωμένης προσέλευσης αιμοδοτών. 

Μία αποτελεσματική και ακριβής εκτίμηση κινδύνου βάσει δεδομένων είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της ανάλογης και καταλληλότερης δράσης, λαμβάνοντας υπόψη: α) το μέγεθος της εξάπλωσης COVID-19 στη χώρα ή τη γεωγραφική περιοχή, β) το επίπεδο εξάπλωσης του ιού στην κοινότητα (περιορισμένο έναντι ευρύ και εκτεταμένο), γ) επιδημιολογικά στοιχεία σε τοπικό επίπεδο, δ) τον κίνδυνο μετάδοσης μέσω μετάγγισης στο πλαίσιο του συνολικού φορτίου νοσηρότητας, ε) την  ποιότητα του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, στ) την απάντηση του συστήματος  δημόσιας υγείας και την επάρκεια αίματος ζ) την επιχειρησιακή δυνατότητα και η) την σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων για την ασφάλεια του αίματος στη μείωση της νοσηρότητας σε σχέση με τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα.

Οι υπηρεσίες αιμοδοσίας πρέπει να είναι έτοιμες να δράσουν γρήγορα σε απάντηση στις νέες συνθήκες, κατά τις οποίες είναι πιθανό να επηρεαστεί η επάρκεια του αίματος. Θα πρέπει να υιοθετηθεί μία εθνική προσέγγιση (παρά μια περιφερειακή ή τοπική) για τη συνοχή και τον συντονισμό και να εξασφαλισθεί η εμπιστοσύνη του κοινού αναφορικά με την ασφάλεια και την επάρκεια του αίματος. Οι υπηρεσίες αιμοδοσίας θα πρέπει να είναι μέρος της εθνικής δράσης αντιμετώπισης πανδημίας μέσω εμπειρογνωμόνων που συνδέονται με την εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Οι υπηρεσίες αιμοδοσίας θα πρέπει να ενεργοποιήσουν σχέδια αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Δίκτυα συνεργαζόμενων υπηρεσιών αιμοδοσίας σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο μπορούν να συνδράμουν στη διατήρηση της διαθεσιμότητας αίματος και παραγώγων αίματος.

  1. Περιορίζοντας τον πιθανό κίνδυνο μετάδοσης μέσω μετάγγισης αίματος και παραγώγων αίματος

Μετάδοση αναπνευστικών ιών μέσω της μετάγγισης αίματος ή παραγώγων αίματος δεν έχει ποτέ ως τώρα αναφερθεί. Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε δυνητικός κίνδυνος μετάδοσης μέσω μετάγγισης αίματος που συλλέγεται από ασυμπτωματικά άτομα είναι θεωρητικός. Συνεπώς, τα μέτρα που λαμβάνονται για τον μετριασμό αυτού του κινδύνου είναι προληπτικής φύσης. Οι εναλλακτικές επιλογές περιλαμβάνουν την εκπαίδευση των αιμοδοτών, τον αυτό-αποκλεισμό ή την απόρριψη αιμοδοτών υψηλού κινδύνου, την καραντίνα παραγώγων αίματος, την ανάκληση παραγώγων αίματος με βάση την πληροφορία μετά την αιμοδοσία για εμφάνιση συμπτωμάτων στον αιμοδότη, τον εργαστηριακό έλεγχο των μονάδων αίματος  και την εφαρμογή μεθόδων αδρανοποίησης:

α. Οι αιμοδότες θα πρέπει να εκπαιδεύονται σχετικά με την δυνατότητα και την αναγκαιότητα αυτό-αποκλεισμού τους στις περιπτώσεις ύπαρξης παραγόντων κινδύνου για COVID-19 ή οποιασδήποτε αδιαθεσίας. Όλα τα κριτήρια επιλογής του αιμοδότη πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Υποψήφιοι αιμοδότες που δεν είναι καλά ή έχουν σημεία και  συμπτώματα αναπνευστικής νόσου (όπως βήχα ή δύσπνοια) ή πυρετό θα πρέπει να αποκλείονται από την αιμοδοσία. Οι αιμοδότες που εμφανίσουν πυρετό ή άλλα συμπτώματα της νόσου εντός 28 ημερών από την αιμοδοσία, πρέπει άμεσα να ενημερώσουν την αντίστοιχη υπηρεσία αιμοδοσίας.

β. Άτομα που έχουν αναρρώσει πλήρως από επιβεβαιωμένη νόσο COVID-19, όσοι αποτελούν στενή επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19 και εκείνοι που έχουν ταξιδέψει σε περιοχές με συνεχιζόμενη μετάδοση στην κοινότητα θα πρέπει να απέχουν από την αιμοδοσία για τουλάχιστον 28 ημέρες. Αυτό πραγματοποιείται είτε μέσω του αυτό-αποκλεισμού του αιμοδότη είτε μέσω του παροδικού αποκλεισμού κατά την διαδικασία επιλογής αιμοδοτών. Σε περίπτωση γενικευμένης μετάδοσης του ιού στην κοινότητα, οι περιορισμοί στην επιλογή των αιμοδοτών που βασίζονται στους επιδημιολογικούς ορισμούς του κινδύνου έκθεσης στον ιό  καθώς και η χρονική διάρκεια του αποκλεισμού των αιμοδοτών ενδέχεται να μειωθούν ώστε να προσαρμοσθούν στις τοπικές συνθήκες προκειμένου να μην επηρεαστεί η επάρκεια των αποθεμάτων αίματος.

γ. Η καραντίνα παραγώγων αίματος και η καθυστερημένη τους διάθεση, που βασίζεται στην απουσία αναφοράς εμφάνισης συμπτωμάτων της νόσου στον αιμοδότη μετά την αιμοδοσία, είναι μια επιλογή σε περίπτωση εκτεταμένης και συνεχιζόμενης μετάδοσης της νόσου. Ωστόσο αυτό είναι δύσκολο να εφαρμοστεί καθώς διαταράσσει τις υπάρχουσες διαδικασίες και την καθημερινή πρακτική και αυξάνει την πιθανότητα σφάλματος. Η διάθεση όλων των παραγώγων αίματος πραγματοποιείται με καθυστέρηση, ενώ η καραντίνα των αιμοπεταλίων είναι ιδιαίτερα προβληματική δεδομένου του περιορισμένου ορίου χρήσης τους.

δ. Πρέπει να υπάρχει σύστημα συλλογής και αξιοποίησης πληροφορίας μετά την αιμοδοσία για τους αιμοδότες που αναφέρουν εμφάνιση συμπτωμάτων νόσου COVID-19 ή επαφή με κρούσμα που επιβεβαιώθηκε μετά την αιμοδοσία. Το αίμα και τα παράγωγα που συλλέγονται μέσα σε 14 - 28 ημέρες από την εμφάνιση της νόσου στον αιμοδότη ή μετά την έκθεση του σε επιβεβαιωμένο κρούσμα μπορούν να ανακληθούν προληπτικά. Αν και ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού μέσω της μετάγγισης είναι θεωρητικός, το ενδεχόμενο ενημέρωσης του κλινικού ιατρού στην περίπτωση επιβεβαιωμένης λοίμωξης του αιμοδότη, μπορεί επίσης να εξετασθεί, εάν το αίμα ή τα παράγωγά του έχουν μεταγγιστεί σε ασθενή.

ε. Η εφαρμογή εργαστηριακού ελέγχου των μονάδων αίματος για τον ιό  SARS-Cov-2, απουσία περιπτώσεων μετάδοσης νόσου COVID 19 μέσω μετάγγισης ή αποδεδειγμένης μολυσματικότητας του ιού στο αίμα και τα παράγωγα που συλλέγονται από ασυμπτωματικά άτομα, είναι πρόωρη.

στ. Οι τεχνικές αδρανοποίησης παθογόνων (Pathogen reduction technologies -PRTs) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές κατά των κορωνοιών SARS-CoV και MERS-CoV σε μονάδες πλάσματος και αιμοπεταλίων. Η χρήση τους στο ολικό αίμα είναι περιορισμένη και δεν υπάρχουν στο ολικό αίμα μελέτες αδρανοποίησης  κορωνοϊών. Η εφαρμογή ωστόσο, τεχνικών  αδρανοποίησης παθογόνων απαιτεί σημαντικές υλικοτεχνικές και χρηματο-οικονομικές επενδύσεις.  Επί του παρόντος, η εφαρμογή τεχνικών αδρανοποίησης για τον ιό SARS-Cov-2  δεν θα ήταν οικονομικά αποδοτική ή αναλογική και δεν συνιστάται.

ζ.  Οι τρέχουσες διαδικασίες παρασκευής παράγωγων πλάσματος μπορούν να απενεργοποιήσουν και να απομακρύνουν τους ιούς όπως ο SARS-Cov-2 της νόσου COVID-19. Ως ιός με περίβλημα, ο SARS-Cov-2 είναι ευαίσθητος σε πολλά από τα στάδια που εμπλέκονται στην παρασκευή προϊόντων κλασματοποίησης πλάσματος. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος μετάδοσης COVID-19 μέσω αυτών των προϊόντων.

η. Θα πρέπει να εφαρμόζεται σύστημα αιμοεπαγρύπνησης για την καταγραφή πιθανών περιπτώσεων μετάδοσης COVID-19 μέσω μετάγγισης αίματος και παραγώγων αίματος. Η σημασία της αιμοεπαγρύπνησης είναι ανεκτίμητη στην κατανόηση του κινδύνου από την μετάγγιση καθώς και στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που λαμβάνονται από τις υπηρεσίες αιμοδοσίας και τις αρμόδιες αρχές.

Η απόφαση εφαρμογής των προληπτικών μέτρων, πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά, σε σχέση με τον αναμενόμενο αντίκτυπο στην επάρκεια τουςαίματος και στους απαιτούμενους λειτουργικούς πόρους. Τα μέτρα που εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης της επιδημίας μπορεί επίσης να καταστούν μη πρακτικά ή μη βιώσιμα σε κάποια άλλη φάση. Για παράδειγμα, μια χώρα που δεν παρουσιάζει  κρούσματα εγχωρίας μετάδοσης  μπορεί να επιλέξει ως προφύλαξη την απόρριψη των αιμοδοτών με πρόσφατη επιστροφή από προσβεβλημένες περιοχές. Αυτό είναι εφικτό εάν ο αριθμός των δυνητικών αιμοδοτών που απορρίπτονται είναι χαμηλός και δεν επηρεάζει την επάρκεια αίματος. Ωστόσο, όσο περισσότερες χώρες πλήττονται και ιδιαίτερα όταν αρχίζουν να εμφανίζονται περιπτώσεις τοπικής μετάδοσης της νόσου, ο κίνδυνος γίνεται πιο γενικός και είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν μεμονωμένοι αιμοδότες υψηλού κινδύνου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόρριψη των αιμοδοτών με αυτά τα κριτήρια καθίσταται μη πρακτική και μη βιώσιμη.

2. Περιορίζοντας τον κίνδυνο έκθεσης του προσωπικού και των αιμοδοτών στον COVID-19

Οποιαδήποτε μετάδοση του COVID-19 από αιμοδότη είναι πιθανότερο να συμβεί μέσω της αναπνευστικής οδού παρά μέσω παρεντερικών οδών (συμπεριλαμβανομένης της φλεβοτομής κατά τη διάρκεια της αιμοδότησης). Υπάρχει πιθανότητα μετάδοσης του ιού στο προσωπικό ή σε άλλους αιμοδότες, από θετικό για τον ιό αιμοδότη που είτε είναι ασυμπτωματικός, είτε έχει ήπια συμπτώματα, είτε δεν έχει εμφανίσει ακόμη συμπτωματολογία της νόσου. Οι στρατηγικές που εφαρμόζονται προς την κατεύθυνση του περιορισμού του παραπάνω κινδύνου πρέπει να βασίζονται σε ενδείξεις και να εναρμονίζονται με τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας που ακολουθούνται στη χώρα. Δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις των υπηρεσιών αιμοδοσίας δεν αποτελούν χώρους επείγουσας ιατρικής φροντίδας, προτείνεται η εφαρμογή μέτρων που εφαρμόζονται στο γενικό πληθυσμό παρά σε υγειονομικές δομές όπως ένα νοσοκομείο ή μια κλινική.

Οι αιμοδότες και οι εν δυνάμει αιμοδότες πρέπει να ενημερώνονται για τη σημασία τόσο του αυτό-αποκλεισμού εφόσον δεν αισθάνονται καλά, όσο και της άμεσης ενημέρωσης της υπηρεσίας αιμοδοσίας σε περίπτωση που εμφανίσουν συμπτωματολογία προσβολής από COVID-19 μέχρι και 28 ημέρες μετά την αιμοδοσία. Στην περίπτωση επιβεβαιωμένου κρούσματος μεταξύ των αιμοδοτών ή του προσωπικού του Τμήματος, πρέπει να γίνει ιχνηλάτηση και διαχείριση των επαφών τους σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη δημόσια υγεία.

Ασφάλεια

Η ασφάλεια της διαδικασίας της αιμοδότησης διασφαλίζεται μέσω της τήρησης των ενδεδειγμένων μέτρων προστασίας από το προσωπικό της υπηρεσίας αιμοδοσίας. Κατά την προσπάθεια διατήρησης της κατάλληλης ροής στο ρυθμό εργασίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν η οργάνωση των φάσεων της διαδικασίας της αιμοδότησης κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διασπορά μεταξύ των αιμοδοτών, μέσω και της τήρησης της  μεταξύ τους απόστασης εφόσον αυτό είναι εφικτό. Η λήψη προφυλακτικών μέτρων που λαμβάνονται σε δομές όπου νοσηλεύονται ασθενείς δεν είναι απαραίτητη στις υπηρεσίες αιμοδοσίας, εκτός και αν στεγάζονται εντός των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου ή υπάρχουν στοιχεία για την αποτελεσματικότητα αυτών των προφυλακτικών μέτρων σε δομές της κοινότητας.

Οι καθιερωμένες πρακτικές βιοασφάλειας στο εργαστήριο, οι οποίες βασίζονται στις εθνικές και τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση.11 Εάν στο εργαστήριο της υπηρεσίας αιμοδοσίας πραγματοποιούνται εξετάσεις προμεταγγισιακού ελέγχου, τα δείγματα από ύποπτα ή επιβεβαιωμένα κρούσματα COVID-19 πρέπει να τυγχάνουν διαχείρισης σύμφωνης με τις αντίστοιχες οδηγίες.

Το προσωπικό πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον COVID-19 και να ενθαρρύνεται η μη προσέλευση στην εργασία εφόσον αισθάνονται άρρωστοι ή έχουν εκτεθεί σε κρούσμα της νόσου. Πρέπει να ενισχυθούν τα μέτρα αποτροπής και ελέγχου της μόλυνσης. Κατά τη φάση ευρείας διασποράς του ιού στην κοινότητα ενδέχεται να υπάρξει ελάττωση του προσωπικού, λόγω ασθένειας. Στην περίπτωση αυτή, οι υπηρεσίες αιμοδοσίας πρέπει να λάβουν μέτρα ώστε να μην επηρεαστούν οι βασικές δραστηριότητές τους.

3. Περιορίζοντας τις συνέπειες της ελαττωμένης διαθεσιμότητας αιμοδοτών

Η ελάττωση του αριθμού των αιμοδοτών πριν, κατά και μετά την έξαρση της επιδημίας COVID-19 αποτελεί μείζονα κίνδυνο για τις υπηρεσίες αιμοδοσίας. Για το λόγο αυτό πρέπει να βρίσκονται σε ετοιμότητα ώστε να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της επάρκειας αίματος.  Ο αριθμός των αιμοληψιών πρέπει να παρακολουθείται στενά ώστε να προληφθεί οποιαδήποτε μείωση στην προσέλευση των αιμοδοτών ή -εναλλακτικά- να αποφασισθεί η εισαγωγή αίματος και παραγώγων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κυρίως για τα παράγωγα με βραχύ όριο χρήσης όπως τα αιμοπετάλια, για τα οποία είναι αναγκαία η διαρκής ύπαρξη επαρκούς αποθέματος, για την υποστήριξη ασθενών που εξαρτώνται από τις μεταγγίσεις αιμοπεταλίων.  Είναι αναγκαία η προληπτική εφαρμογή μιας στρατηγικής επικοινωνίας κι ενημέρωσης ώστε να ελεγχθεί το άγχος των αιμοδοτών που πηγάζει κυρίως από την έλλειψη ενημέρωσης, την παραπληροφόρηση ή και το φόβο ότι μπορεί να μολυνθούν κατά τη διαδικασία της αιμοδοσίας. Επίσης πρέπει να διεξάγονται διαρκώς αποτελεσματικές, δημόσιες εκστρατείες ενημέρωσης για τη σημασία διατήρησης ενός επαρκούς αποθέματος αίματος σε εθνικό επίπεδο, για την ανάγκη της προσέλευσης για αιμοδοσία και για την ασφάλεια της διαδικασίας αιμοδότησης.

Περιοριστικά μέτρα και απαγορεύσεις ίσως εμποδίσουν τη δυνατότητα αιμοδοτών να συμμετέχουν σε αιμοδοσίες ή ίσως περιορίσουν την πρόσβαση συνεργείων αιμοληψιών σε περιοχές με αυξημένο αριθμό κρουσμάτων. Προκειμένου να αντιπαρέλθουν αυτές τις δυσκολίες, οι Υπηρεσίες Αιμοδοσίας θα πρέπει να μπορούν να μετακινήσουν άμεσα τους χώρους των αιμοληψιών όπου αυτό είναι εφικτό, να παρέχουν τη δυνατότητα μεταφοράς  αιμοδοτών, να εντατικοποιήσουν την προσπάθεια για αιμοδοσία κατόπιν συνεννόησης (ραντεβού) ή να προσαρμόσουν εκ νέου το ωράριο λειτουργίας τους. Οι αιμοδοσίες μπορεί να διοργανώνονται πιο στοχευμένα, για παράδειγμα μέσω της κλήσης υγιών τακτικών εθελοντών αιμοδοτών. Οι συνήθεις πρακτικές για τη διαχείριση των αιμοδοτών και τη διεξαγωγή ελέγχου για τα λοιμώδη νοσήματα δεν πρέπει να διαφοροποιηθούν. Αυτό που ενδεχομένως μπορεί να επανεξετασθεί στην περίπτωση που υπάρχει μεγάλη έλλειψη αίματος, είναι η μείωση του διαστήματος μεταξύ δύο αιμοδοσιών σε δότες που έχουν υψηλή τιμή αιμοσφαιρίνης και μπορούν να ανεχθούν συχνότερες αιμοδοτήσεις.

Το σύστημα θα πρέπει να παρέχει την δυνατότητα επανένταξης στη δεξαμενή των αιμοδοτών όλων όσων μολύνθηκαν κι έχουν αναρρώσει. Οι περισσότεροι από αυτούς, μπορούν να αιμοδοτήσουν ξανά, 28 ημέρες μετά την πλήρη ανάρρωση. Τα παραπάνω ισχύουν και για τη συλλογή πλάσματος από τους αναρρώσσαντες, με σκοπό την αντιμετώπιση των νοσούντων από COVID-19 (βλ. παράγραφο 7: Συλλογή πλάσματος από αναρρώσσαντες ασθενείς).

 Εισαγωγή αίματος και παραγώγων από περιοχές της χώρας χωρίς κρούσματα ή από άλλες χώρες χωρίς κρούσματα (εάν αυτό επιτρέπεται από τις ρυθμιστικές αρχές) είναι μια δυνητική λύση στην περίπτωση που τα κατά τόπους αποθέματα αίματος δεν είναι επαρκή. Ωστόσο, στην πράξη αυτό μπορεί να είναι δύσκολο όταν η εξάπλωση του ιού είναι ευρεία, ενώ πολλές φορές υπάρχουν και προβλήματα υλικοτεχνικής φύσεως που αφορούν στην ασφαλή μεταφορά αίματος και παραγώγων.

4. Διαχείριση της ζήτησης αίματος και παραγώγων

Οι υπηρεσίες αιμοδοσίας οφείλουν συνεχώς να εκτιμούν τα αποθέματά τους σε αίμα, με επίγνωση της αναμενόμενης αβεβαιότητας στο μέγεθος και το εύρος των δραστηριοτήτων συλλογής αίματος. Κατά τη φάση της εκτεταμένης μετάδοσης του ιού, η ζήτηση αίματος και παραγώγων μπορεί να είναι μειωμένη καθώς το σύστημα υγείας προσανατολίζεται προς την περίθαλψη αυξανόμενου αριθμού ασθενών με COVID-19 και τα προγραμματισμένα χειρουργεία και οι μη επείγουσες ιατρικές παρεμβάσεις αναβάλλονται. Ωστόσο, οι μεταγγίσεις θα εξακολουθούν να είναι απαραίτητες για επείγουσες και χρόνιες καταστάσεις, όπως το τραύμα, η μαιευτική αιμορραγία, η σοβαρή νεογνική αναιμία, οι αιματολογικές παθήσεις, καθώς και τα επείγοντα χειρουργεία που απαιτούν διαθεσιμότητα σε αίμα. Αυξημένα αποθέματα μπορεί ακόμη να χρειάζονται για την υποστήριξη ασθενών με COVID-19 και σοβαρή σήψη ή ανάγκη υποστήριξης με κύκλωμα εξωσωματικής οξυγόνωσης μεμβράνης (ECMO – extracorporeal membrane oxygenation).

Η καλή διαχείριση αιμοθεραπείας θα βοηθήσει στην εξασφάλιση των αποθεμάτων αίματος. Η υπηρεσία αιμοδοσίας πρέπει να επικοινωνεί με ξεκάθαρα μηνύματα με τους επαγγελματίες υγείας που είναι υπεύθυνοι για τη μετάγγιση των ασθενών και να διασφαλίζεται ότι το αίμα και τα παράγωγα χορηγούνται μόνο όταν υπάρχει σαφής κλινική ένδειξη.

5. Διασφάλιση απρόσκοπτου ανεφοδιασμού σε κρίσιμο υλικό και εξοπλισμό

Οι περιορισμοί των μεταφορών και του εμπορίου, οι απαιτήσεις της καραντίνας, τα μέτρα ελέγχου στα σύνορα και η αποδιοργάνωση στην παραγωγή, μπορεί να μειώσουν την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα σε απαραίτητα υλικά και εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται για τη συλλογή αίματος και παραγώγων, ή για τον εργαστηριακό έλεγχο (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ανοσοαιματολογίας και ανίχνευσης λοιμωδών παραγόντων). Οι υπηρεσίες αιμοδοσίας πρέπει να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν τον αδιάλειπτο εφοδιασμό σε υλικά και εξοπλισμό.

6. Επικοινωνία

Η εμπιστοσύνη του κοινού και των εμπλεκομένων φορέων στο σύστημα Αιμοδοσίας είναι σημαντική. Η υπηρεσία αιμοδοσίας πρέπει να επικοινωνεί με σαφήνεια για να διασφαλίσει ότι η εθνική ομάδα αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών, οι αιμοδότες, οι ασθενείς που μεταγγίζονται καθώς και το κοινό ενημερώνονται κατάλληλα και κατανοούν τις προγραμματισμένες ενέργειες. Τα μηνύματα επικοινωνίας και οι δράσεις πρέπει να είναι αναλογικά, στοιχειοθετημένα και να συμβαδίζουν με τα μηνύματα απόκρισης έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο.

Όλο το προσωπικό που εργάζεται στις υπηρεσίες αιμοδοσίας, θα πρέπει να κατανοεί τη μολυσματική απειλή καθώς και τις εφαρμοζόμενες πρακτικές για την ασφάλεια του αίματος,  του προσωπικού και των αιμοδοτών.

7. Συλλογή πλάσματος από αναρρώσαντες ασθενείς (convalescent plasma)

Η εμπειρία δείχνει ότι η εμπειρική χρήση πλάσματος  από πλήρως αναρρώσαντες ασθενείς (convalescent plasma-CP), που έχουν αναπτύξει ανοσία  μπορεί να αποτελέσει μια δυνητικά χρήσιμη θεραπεία για ασθενείς COVID-19. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να διεξάγεται λεπτομερής αξιολόγηση του κινδύνου για να διασφαλιστεί ότι διατίθενται όλα τα μέσα για την ασφαλή συλλογή, επεξεργασία και αποθήκευση αυτών των συγκεκριμένων παραγώγων αίματος με ασφάλεια. Ο ΠΟΥ έχει εκδώσει  προσωρινές οδηγίες για τη χρήση CP που συλλέγεται από ασθενείς που ανάρρωσαν από τον ιό Ebola.16 Επιπρόσθετες πληροφορίες παρέχονται από την θέση των Ρυθμιστικών Αρχών Αίματος του WHO αναφορικά με τη χρήση των πλάσματος, ορού ή ανοσοσφαιρινών από αναρρώσαντες ασθενείς, σε περιπτώσεις λοίμωξης από αναδυόμενο ιό (2017).