"Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Harvard, η οποία έλαβε υπόψη της σύνθετα μακροοικονομικά μοντέλα, η επίπτωση της γήρανσης με κακή υγεία σημαίνει πως κατά την περίοδο 2015-2030 ο καθένας μας χάνει και θα συνεχίσει να χάνει ετησίως πάνω από 488 ευρώ και συνολικά η Ελληνική οικονομία θα χάσει μέχρι το 2030 (θα δαπανήσει δηλαδή και δεν θα καταφέρει να αποταμιεύσει) πάνω από 65 δισεκατομμύρια. Συνεπώς, η Ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να συρρικνώνεται ετησίως μέχρι το 2030 κατά 4.3 δισεκατομμύρια ευρώ εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού μας με κακή υγεία!

Η μακροημέρευση με κακή υγεία επηρεάζει διττά την εθνική οικονομία:

  • Εκτίναξη των δαπανών για το σύστημα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας,
  • Περαιτέρω μείωση του εργατικού δυναμικού.

Αυτά αναφέρει σε ανάλυσή της η κα. Μαρία Καραγιαννίδου ερευνήτρια στο Care Policy and Evaluation Centre - Τμήμα Πολιτικής Υγείας του London School of Economics and Political Science (LSE) στην ανάλυσή της στο Αφιέρωμα-Ανάλυση "Ο θησαυρός των 60+" που πραγματοποίησε ο ανεξάρτητος οργανισμός πολιτικής και έρευνας, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα " Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη" .

Όπως η ίδια μας επεσήμανε: Τα διαθέσιμα στοιχεία από τις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών και της ΕΕ για τις επιπτώσεις της μακροβιότητας στην Ελλάδα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο επανάπαυσης ή μονομερούς προσέγγισης του θέματος. Η Ελλάδα, σε κάθε δείκτη που μετρά τις επιπτώσεις της αύξησης του πληθυσμού άνω των 60 ετών, καταγράφει αρνητικές πρωτιές και κατατάξεις (σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο).

Η πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τη γήρανση (2019) έκρυβε πολλές αρνητικές εκπλήξεις για την Ελλάδα. Το 2019 η χώρα βρισκόταν στην έκτη (6η) θέση στη λίστα των δέκα χωρών στον κόσμο με τη μεγαλύτερη συρρίκνωση του πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία, ενώ το 2050 η Ελλάδα θα βρίσκεται στην τέταρτη (4η) θέση στον κόσμο-πίσω από την Ιαπωνία, τη Δημοκρατία της Κορέας και την Ισπανία. Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ (2018), η Ελλάδα θα υποστεί τη μεγαλύτερη μείωση του συνολικού δείκτη παραγωγικότητάς της (στο σύνολο των χωρών της ΕΕ), λόγω των επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού της.

Στο σύνολό τους, οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης προσπαθούν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού με ισοδύναμες και ισομερώς κατανεμημένες πολιτικές σε όλο το φάσμα της δημογραφικής πυραμίδας: λαμβάνουν μέτρα ενίσχυσης της απασχόλησης των νέων, θεσμοθετούν κίνητρα οικιοθελούς παραμονής στην εργασία για όσους πλησιάζουν το συνταξιοδοτικό όριο, προάγουν πολιτικές που βοηθούν στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ οικογένειας (οικογενειακού χρόνου) και εργασίας, δίνουν έμφαση στην πρωτοβάθμια πρόληψη (πριν την ανάπτυξη του νοσήματος) καθώς και στη δευτεροβάθμια (μετά τη διάγνωση/θεραπεία) και μετασχηματίζουν τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας (με έμφαση στη μακροχρόνια φροντίδα).

Στην Ελλάδα, όμως υποστηρίζει η κα. Μ. Καραγιαννίδου, η παρούσα Κυβέρνηση, η προηγούμενη αλλά και το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας δεν συζητούν, δεν σχεδιάζουν ούτε λαμβάνουν κανένα απολύτως μέτρο για την αποτελεσματική διαχείριση της αύξησης του Ελληνικού πληθυσμού στις μεγαλύτερες ηλικίες. Όλες οι πολιτικές, όλα τα μέτρα (αλλά και το σύνολο του δημόσιου διαλόγου αναφορικά με το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας) στρέφονται και περιορίζονται στην υπογεννητικότητα. Αναμφίβολα, επισημαίνει η αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας είναι σαφώς απαραίτητη, όμως ακόμη και αν σήμερα δεν είχαμε πρόβλημα υπογεννητικότητας στην Ελλάδα, η πολύ σημαντική άνοδος του πληθυσμού με μεγαλύτερη ηλικία θα έπρεπε να αποτελεί ήδη μείζον εθνικό θέμα, καθώς σε 10 χρόνια από σήμερα το 32% του πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών.

Ωστόσο, αναφέρει ότι ενώ οι Έλληνες είναι περήφανοι για το υψηλό προσδόκιμο επιβίωσής τους, προσπερνούν μια σημαντική παράμετρο . Οι Έλληνες άνω των 70 ετών είναι κατά πολύ λιγότερο υγιείς από ό,τι οι συνομήλικοί τους στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Μετά την ηλικία των 65 ετών τα δύο τρίτα των Ελλήνων (66%), που θα ζήσουν μέχρι τα 81,1 έτη, θα διανύσουν 10.6 χρόνια με κάποια μορφή αναπηρίας, που συνδέεται με νοσήματα όπως ο καρκίνος, ο διαβήτης, τα εγκεφαλικά, η υπέρταση, οι καρδιοπάθειες, η άνοια (εκθέσεις ΕΕ, ΟΟΣΑ).

Παρόλα αυτά, υποστηρίζει η ερευνήτρια, οι αρνητικές επιπτώσεις της αύξησης του πληθυσμού στις μεγαλύτερες ηλικίες μπορούν να περιοριστούν σημαντικά:

  1. Εάν αναγνωρίσουμε πλήρως τη φύση του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα (αν καταφέρουμε δηλαδή να απεγκλωβιστούμε από τη μονοδιάστατη οπτική της υπογεννητικότητας), (
  2. Αν αξιοποιήσουμε την πλούσια εργαλειοθήκη των ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμών (υιοθέτηση και προσαρμογή στην Ελληνική πραγματικότητα και όχι αντιγραφή) 
  3. Αν συνειδητοποιήσουμε και ξεκλειδώσουμε τις δυνατότητες των 60+.

Η τελευταία προϋπόθεση θεωρείται θεμελιώδης για την επιτυχή διαχείριση της γήρανσης του Ελληνικού πληθυσμού. Οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας σήμερα στην Ελλάδα "καταπιέζονται" από μια πολιτεία που δεν αναγνωρίζει και δεν έχει καμία ενεργή στρατηγική αξιοποίησης των δυνατοτήτων και της εμπειρίας τους και από μια κοινωνία, που θέτοντας ως μοναδικό κριτήριο την ηλικία, "βαφτίζει" ηλικιωμένους τους 60άρηδες τοποθετώντας τους αυτομάτως στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Ο γενικός όρος "γήρανση" καλύπτει μια περίοδο τεσσάρων δεκαετιών (60-70, 70-80, 80-90, 90-100) και περιλαμβάνει πολύ διαφορετικές δυνατότητες, εμπειρίες, καταστάσεις. Όμως, μέχρι πριν περίπου μια δεκαετία (διεθνώς και σε χώρες της ΕΕ) υπήρχε μια τάση ομογενοποίησης των παραπάνω ηλικιακών ομάδων σε μια ομάδα με κοινές ανάγκες και δυνατότητες. Αυτή η απλοϊκή προσέγγιση στο σύνθετο θέμα της μακροβιότητας οδήγησε σε μια διαστρεβλωμένη και μάλλον αρνητική εικόνα για τη γήρανση και δη την μακροβιότητα, όπου οι 60 και 65+ παρουσιάζονται ως άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα, συνήθως εξαρτώμενοι από άλλους και σε κάθε περίπτωση ευάλωτοι. Αυτή η ομογενοποίηση τεσσάρων δεκαετιών σε μια ταυτόσημη περίοδο έθεσε εξ ορισμού τους 60+ στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και οδήγησε σταδιακά στην εδραίωση και όξυνση του προβλήματος της γήρανσης.

Την τελευταία όμως δεκαετία, οι διεθνείς οργανισμοί και η ΕΕ, η πλειοψηφία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, η Αμερική, ο Καναδάς, η Αυστραλία αντιμετωπίζουν ως ξεχωριστή ηλικιακή ομάδα την κάθε δεκαετία μετά τα 60, με αποτέλεσμα να σχεδιάζουν και να λαμβάνουν στοχοθετημένα και απολύτως εξειδικευμένα μέτρα.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την Ελλάδα, όπου οι 60+ εξακολουθούν να θεωρούνται ηλικιωμένοι. "Οι Έλληνες σήμερα (και ορθά) αναφέρει η κα. Μ. Καραγιαννίδου προβληματίζονται για το brain-drain στις νέες γενιές, αλλά παραβλέπουν το εσωτερικό, ιδιότυπο brain-drain που συμβαίνει σήμερα και στη γενιά των 60άρηδων που "μεταναστεύουν" υποχρεωτικά στο περιθώριο μιας κοινωνίας, η οποία, ενώ τους χρειάζεται όσο ποτέ, αμήχανα τους οδηγεί στην πρόωρη "αποστράτευση" σχεδόν από κάθε πτυχή της κοινωνικοοικονομικής ζωής.

Οι πολιτικές για την υγιή γήρανση και τη συμμετοχή των 60+ στην οικονομία επηρεάστηκαν πολύ την τελευταία δεκαετία από την "προσέγγιση των δυνατοτήτων" του οικονομολόγου νομπελίστα Αμάρτια Σεν. Η "προσέγγιση των δυνατοτήτων" του Σεν είναι ένα θεωρητικό πλαίσιο που στηρίζεται σε δύο βασικές αρχές:

  1. Είναι ηθική υποχρέωση να δίδεται σε κάθε άνθρωπο η δυνατότητα, η ελευθερία να κατακτήσει την προσωπική του ευημερία,
  2. Ελευθερία για την κατάκτηση της προσωπικής ευημερίας σημαίνει πως το περιβάλλον (κοινωνία-πολιτεία) μέσα στο οποίο ζει ένας άνθρωπος του επιτρέπει, του παρέχει απλόχερα τις προϋποθέσεις να αναπτύξει στο έπακρο τις δυνατότητες του, την προσωπικότητά του.

Η θεώρηση της μακροβιότητας μέσα από τη θεωρία του Σεν οδήγησε την ΕΕ και τους διεθνείς οργανισμούς σε αναθεώρηση του πλαισίου διαμόρφωσης των πολιτικών για τις ηλικίες 60+, αποσυνδέοντας κυρίως την δεκαετία 60-70 (αλλά και την πενταετία 70-75) από τη λογική της γήρανσης, ως μια συνθήκη με αυξημένες ανάγκες και μειωμένες δυνατότητες προσφοράς. Μάλιστα, το Πανεπιστήμιο του Gothenburg ίδρυσε - σε συνεργασία με τη Σουηδική Κυβέρνηση - το Ινστιτούτο "AgeCap" ("Cap" από την αγγλική λέξη capabilities, δηλαδή δυνατότητες), που σχεδιάζει και προάγει τις πολιτικές που απελευθερώνουν τις δυνατότητες των 60+.

Μερικές από τις πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν:

  • Μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και μείωσης της ανεργίας σε όλες τις ηλικίες,
  • Ισχυρά κίνητρα για οικιοθελή παράταση του εργασιακού βίου, (β) εθνική πολιτική υγιούς γήρανσης,
  • Πρόληψη σε όλες της ηλικίες,
  • Δράσεις για την αντιμετώπιση του ηλικιακού ρατσισμού.

Συμπερασματικά, κατά τη Μαρία Καραγιαννίδου, η αύξηση του πληθυσμού στις μεγαλύτερες ηλικίες αναμφίβολα συνεπάγεται δεκάδες προκλήσεις. Στη φαρέτρα μας όμως διαθέτουμε και πολλές λύσεις. Η αναγνώριση των δυνατοτήτων των 60+, η δημιουργία συνθηκών αξιοποίησης στο έπακρο αυτών των ικανοτήτων και ευρύτερα η αποπεριθωριοποίησή τους, θα είναι "κλειδί" για τους ίδιους προσωπικά αλλά και για την Ελληνική κοινωνία και την οικονομία.