Δρ. Βασίλειος Α. Σεβαστιανός1, Μαρία Φ. Σύρρου2

1Δ´ Παθολογική Κλινική και Ηπατολογική Μονάδα, Γ.Ν.Α. «Ο Ευαγγελισμός»,

2Εργαστήριο Βιοπαθολογίας, Γ.Ν.Π. Πεντέλης
 

Ο ιός της ηπατίτιδας C είναι ένας μολυσματικός ιός που προσβάλλει κυρίως το συκώτι (ήπαρ) και μεταδίδεται μέσω της έκθεσης σε αίμα ή παράγωγα του. Λιγότερο συχνά, μεταδίδεται μέσω της σεξουαλικής δραστηριότητας, μέσω της εισρόφησης ουσιών από την μύτη ή άλλης επαφής με αίμα, όπως αιμοκάθαρση. Η μόλυνση είναι συχνότερη μεταξύ χρηστών ναρκωτικών ουσιών. Παλαιότερα πηγές μόλυνσης αποτελούσαν επικίνδυνες ιατρικές πρακτικές και οι μεταγγίσεις αίματος ή/και παραγώγων του πριν από το 1992, όταν οι τεχνικές ανίχνευσης της λοίμωξης δεν ήταν διαθέσιμες στην ιατρική κοινότητα.

Ο συνολικός παγκόσμιος επιπολασμός της νόσου εκτιμάται περίπου στο 1,6%, που αντιστοιχεί σε 115 εκατομμύρια λοιμώξεις. Σημειώνεται υψηλότερος επιπολασμός σε συγκεκριμένους πληθυσμούς, όπως μεταξύ ατόμων που εντάσσονται σε σωφρονιστικά ή άλλα ιδρύματα.

Στην χώρα μας υπολογίζεται ότι περίπου 75.000 άτομα πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα C συμπεριλαμβανομένων των ομάδων υψηλού κινδύνου, ενώ κάθε χρόνο επιπροστίθενται 3700 νέες λοιμώξεις.

Ο επιπολασμός καταγράφεται σε ποσοστό υψηλότερο του 70% μεταξύ των χρηστών ναρκωτικών ουσιών, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι οι μισοί από αυτούς μολύνονται στα πρώτα 2 χρόνια της χρήσης. Επίσης το 92% των ΗΙV θετικών χρηστών είναι ταυτόχρονα θετικοί έναντι της ηπατίτιδας C. Υψηλά ποσοστά επιπολασμού αποτυπώνονται μεταξύ μεταναστών από Ανατολική Ευρώπη, σε θαλασσαιμικούς και αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς.

Η Ηπατίτιδα C έχει χαρακτηριστεί ως ‘’σιωπηλή νόσος’’, γιατί δεν προκαλεί κατά κανόνα συμπτώματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου το 70% του γενικού́ πληθυσμού́ που έχει εκτεθεί στον ιό C δεν το γνωρίζει, ενώ το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Η αρχική διάγνωση της λοίμωξης γίνεται με τον έλεγχο των αντισωμάτων έναντι του ιού της ηπατίτιδας C (anti-HCV).

Σε αυτό  τον έλεγχο πρέπει να υποβάλλονται:

  • Όλα τα άτομα που έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945-1980
  • Όλα τα άτομα που έχουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
  • Πρώην και ενεργοί χρήστες ναρκωτικών ουσιών
  • Όσοι έχουν υποβληθεί σε μεταγγίσεις αίματος ή παραγώγων του ή μεταμόσχευση οργάνου πριν από το 1992
  • Όσοι έχουν υποβληθεί ή υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με τεχνητό νεφρό
  • Όσοι έχουν εκτεθεί σε δυνητικά μολυσμένα ιατρικά ή παραϊατρικά εργαλεία
  • Κρατούμενοι σωφρονιστικών ιδρυμάτων
  • Ερωτικοί σύντροφοι ατόμων με ηπατίτιδα C
  • Άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους
  • Παιδιά μητέρων με ηπατίτιδα
  • Aσθενείς με HIV λοίμωξη
  • Ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β

Στη συνέχεια, πρέπει να ελέγχεται η ενεργότητα του ιού, κάτι το οποίο γίνεται με ειδικές εξετάσεις, όπως είναι η ανίχνευση του φορτίου του ιού (HCV-RNA) στον ορό. Μία μόνο αρνητική εξέταση για HCV-RNA ορού δεν αποκλείει την λοίμωξη σε άτομα με κλινικοεργαστηριακές υποψίες (π.χ. έκθεση σε παράγοντα κινδύνου για λοίμωξη C με ή χωρίς υπερτρανσαμινασαιμία). Για αυτό χρειάζεται επανεξέταση.

Η μόλυνση με τον ιό της ηπατίτιδας C μπορεί να εκφραστεί ως μια οξεία ιογενής λοίμωξη (όπως κόπωση, αρθραλγία, ίκτερος) στο ένα τρίτο περίπου των ασθενών, αλλά στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι ασυμπτωματική λοίμωξη. Οι ασθενείς με χρόνια λοίμωξη είναι κατά κανόνα ασυμπτωματικοί, αλλά σε προχωρημένα στάδια ηπατικής νόσου μπορεί να εμφανίσουν κίρρωση (με ίκτερο, ασκίτη και ηπατική εγκεφαλοπάθεια) ή ηπατοκυτταρικό καρκίνο. Περιστασιακά, ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν εξωηπατικές εκδηλώσεις (όπως αγγειίτιδα, νεφρικές επιπλοκές, βραδεία δερματική πορφυρία κ.α).

Μετά από οξεία λοίμωξη, περίπου το 45% των νεαρών υγιών ασθενών ενδέχεται να αναπτύξει έντονη ανοσολογική απόκριση, που οδηγεί στην αυθόρμητη εκρίζωση του ιού. Ωστόσο, τα περισσότερα άτομα που μολύνονται δεν επιτυγχάνουν μια τέτοια απάντηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την χρόνια λοίμωξη και την προοδευτική βλάβη του ήπατος. Η συνλοίμωξη με χρόνια ηπατίτιδα Β, ή/και με τον ιό HIV ή/και η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ επιταχύνει σημαντικά την εξέλιξη της ηπατικής νόσου σε οψιμότερα στάδια.

Η Ηπατίτιδα C μπορεί να μην έχει εμβόλιο αλλά πλέον θεραπεύεται. Κύριος στόχος της κάθε θεραπευτικής παρέμβασης σε ασθενείς με χρόνια λοίμωξη C είναι η επίτευξη μακροχρόνιας ιολογικής ανταπόκρισης (SVR), δηλαδή της εκρίζωσης της λοίμωξης. Οι διαθέσιμες θεραπείες αποδίδουν ποσοστά εκρίζωσης που υπερβαίνουν το 95% των περιπτώσεων, περιλαμβάνουν φάρμακα που χορηγούνται μόνο από του στόματος, γίνονται καλά ανεκτά χωρίς την ανάπτυξη σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών, με διάρκεια θεραπείας που κυμαίνεται συνολικά από τις οκτώ έως τις δώδεκα εβδομάδες.

Η εκρίζωση της λοίμωξης αντανακλά τους απώτερους στόχους της θεραπείας, που περιλαμβάνουν την ιστολογική βελτίωση, την αναστολή της εξέλιξης της ηπατικής νόσου, την πιθανή υποστροφή της κίρρωσης, την ελάττωση του κινδύνου ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκίνου και τη βελτίωση της επιβίωσης. Ο κίνδυνος ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκίνου μειώνεται, αλλά δεν εξαφανίζεται, μετά την επίτευξη SVR σε ασθενείς με προϋπάρχουσα κίρρωση.

Ο έλεγχος επίτευξης μακροχρόνιας ιολογικής ανταπόκρισης πρέπει να γίνεται 12 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Ο επαναληπτικός έλεγχος επιβάλλεται σε ασθενείς με συμπεριφορές υψηλού κινδύνου επανέκθεσης στον ιό C. Όλοι οι ασθενείς με κίρρωση, ανεξαρτήτως της επίτευξης SVR, θα πρέπει να εντάσσονται σε πρόγραμμα αυξημένης επιτήρησης για πιθανή ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου.

Πλέον συστήνεται μέσω της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης έλεγχος αντισωμάτων έναντι του ιού της ηπατίτιδας C (anti-HCV) σε όλους όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945-1980. Είναι πολύ σημαντικό για να οδηγηθούμε στην εξάλειψη από τον ιό της Ηπατίτιδας C μέχρι το 2030, όπως είναι ο στόχος  του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την εκρίζωση των ιογενών ηπατιτίδων στην Ελλάδα. Όσοι έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945-1980, μπορούν να υποβληθούν σε προσυμπτωματικό έλεγχο σε κάποιο από τα Ηπατολογικά Ιατρεία που περιλαμβάνονται στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης του Υπουργείου Υγείας για την Αντιμετώπιση της Ηπατίτιδας C χωρίς ραντεβού.