Όπως συμβαίνει και με την αντιμετώπιση της αρρώστιας, σε κάθε πολιτισμό τα άτομα έχουν τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο για να δείξουν ότι πονούν. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ο πόνος περιλαμβάνει αυτή καθεαυτή την αίσθηση του πόνου, αλλά και την αντίδραση σε αυτή την αίσθηση.

Η αντίδραση αυτή, ακούσια ή εκούσια, έχει ονομαστεί ‘συμπεριφορά στον πόνο’.

Η μορφή που θα πάρει η συγκεκριμένη συμπεριφορά στον πόνο καθορίζεται από τη φύση και την ένταση του ερεθίσματος, αλλά και από πολιτισμικές επιδράσεις. Οι επιδράσεις αυτές άλλοτε διευκολύνουν την έκφραση των συναισθημάτων που προκαλεί ο πόνος και άλλοτε την περιορίζουν.

Άλλοτε πάλι, μπορεί να οδηγούν στην υιοθέτηση αντιδράσεων πόνου, ενώ απουσιάζει το επώδυνο ερέθισμα.

Συνήθως, στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο πολιτισμός εξόπλιζε τα άτομα με τα αναγκαία εφόδια για την αντιμετώπιση του πόνου. Αυτό επιτυγχανόταν κυρίως με την αποδοχή του γεγονότος ότι ο πόνος (όπως, εξάλλου και η αρρώστια και ο θάνατος) αποτελούν αναπόφευκτα φαινόμενα της ζωής και άρα πρέπει να αντιμετωπίζονται με στωικότητα και όχι με τρόμο, χωρίς αυτό να σημαίνει παθητικότητα ή παραίτηση από τη μάχη για τη ζωή και την υγεία.

Η αντοχή στον πόνο επιτυγχάνεται πιο εύκολα όταν ο πόνος εντάσσεται σε ένα πολιτισμικά αποδεκτό πλαίσιο ερμηνείας της ζωής, παρά όταν αντιμετωπίζεται σαν κάτι που μπορεί να καταπολεμηθεί και άρα να αποφευχθεί, όπως συμβαίνει στον Δυτικό πολιτισμό, όπου ο πόνος δεν θεωρείται κάτι το φυσιολογικό αλλά το αφύσικο και τρομακτικό.

Οι μαθητές του Ιπποκράτη αξιοποιούσαν τα διάφορα είδη πόνου για τον εντοπισμό της παθογόνου δυσαρμονίας. Ο πόνος μπορούσε να εξαλειφθεί κατά τη θεραπευτική αγωγή, αλλά δεν αποτελούσε πρωτεύον μέλημα για τον γιατρό. Εξάλλου, οι αρχαίοι Έλληνες δεν διανοούνταν ότι μπορούσαν να απολαύσουν την ευτυχία έξω από το δρόμο των επίπονων δοκιμασιών.

Ο πόνος ήταν αναπόσπαστη εμπειρία της πνευματικής ανέλιξης, γι’ αυτό και έπρεπε να συνοδεύει την ευχαρίστηση. Η στενή αυτή σχέση μεταξύ ευχαρίστησης και πόνου ήταν ίσως ο λόγος που οδήγησε τη Χριστιανική Εκκλησία να χαρακτηρίσει τον πόνο θεϊκή τιμωρία για όσους ενδίδουν στις ‘απολαύσεις’ της ζωής.

Αργότερα, η καρτεσιανή αντίληψη για τον ανθρώπινο οργανισμό θεώρησε τον πόνο ένδειξη αντίδρασης σε κάποια μηχανική δυσλειτουργία, υποβιβάζοντας έτσι την ανθρώπινη εμπειρία του πόνου σε χρήσιμο εργαλείο προειδοποίησης.

Αυτή ακριβώς η διαγνωστική χρησιμότητα του πόνου επέτρεψε εν συνεχεία στην Δυτική ιατρική να αναλάβει την ‘εξάλειψή’ του, από τη στιγμή που διέθετε άλλα, λιγότερο επώδυνα, διαγνωστικά εργαλεία. Ενώ, όμως, η Δυτική ιατρική και ο Δυτικός πολιτισμός γενικότερα δεν κατάφεραν ακόμα να εξαλείψουν τον πόνο, κατάφεραν να αποδυναμώσουν τις δυνάμεις και τη δυνατότητα του ανθρώπου να αντιμετωπίζει λιγότερο επώδυνα τον πόνο.

Επίσης, ο πολιτισμός επιδρά στη διαμόρφωση χαρακτηριολογικών ιδιαιτεροτήτων που σχετίζονται με τη συμπεριφορά απέναντι στον πόνο. Σε μια κλασική ανθρωπολογική μελέτη του 1951 για τον πόνο, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κατοίκων των ΗΠΑ.

 Όσοι προέρχονταν από παλιούς μετανάστες, καθώς και οι πιο πρόσφατοι κάτοικοι ιρλανδικής καταγωγής, είχαν μεγάλη αντοχή στον πόνο, παρά το γεγονός ότι ανάμεσά τους υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις ως προς την αίσθηση που προκαλεί.

Από την άλλη πλευρά, αμερικανοί ιταλικής ή εβραϊκής καταγωγής, που ο πολιτισμός τους τούς έδινε την ελευθερία να εκφράσουν πιο ζωντανά τα αισθήματά τους, αντιδρούσαν πιο συχνά στον πόνο με μουρμουρητά, κραυγές και παράπονα.

Πρόσφατα, με τη βοήθεια ενός συστήματος βαθμολόγησης, επιβεβαιώθηκαν οι σημαντικές αυτές διαφορές ως προς την αίσθηση του πόνου στους αμερικανούς με διαφορετική εθνική καταγωγή. Τη μεγαλύτερη αντοχή παρουσίασαν οι παλαιότεροι αμερικανοί, και ακολούθησαν οι ιρλανδικής καταγωγής, οι ιταλικής καταγωγής, οι ισπανικής καταγωγής, οι καναδικής καταγωγής, και στην τελευταία θέση οι πολωνικής καταγωγής.

Άλλες μελέτες στη Νότια Αφρική διαπίστωσαν ότι οι μαύροι βιομηχανικοί εργάτες, μετά από εργατικό ατύχημα, συνήθως δεν εμφάνιζαν έντονες αντιδράσεις του νευρικού συστήματος στον οξύ πόνο, όπως είναι η ωχρότητα, η ναυτία, η ταχυκαρδία, ο τρόμος, η εξάντληση, η πτώση της αρτηριακής πίεσης και οι λιποθυμίες, συμπτώματα που παρατηρούνται συχνά στους λευκούς και στα άτομα άλλων έγχρωμων φυλών.

Η αντοχή στον πόνο των μαύρων εργατών σχετίζεται με την από μέρους τους πολιτισμική αφομοίωση της σωματικής βίας και των συνεπειών της, που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στις διαμάχες των τοπικών φυλών.

Από την άλλη, οι γυναίκες της Αφρικής αντιδρούν πολύ πιο έντονα στον πόνο της γοννοκοκικής σαλπιγγίτιδας στην κατώτερη κοιλιακή χώρα απ’ ό,τι οι ευρωπαίες. Η αντίδραση αυτή συνδέεται με το άγχος της στειρότητας, μια που η μη τεκνοποίηση στις κοινωνίες αυτές εκλαμβάνεται ως μείζων απειλή για την κοινωνική υπόσταση της γυναίκας.

Αντίθετα, η διαδικασία του τοκετού αντιμετωπίζεται με πολύ μεγάλη ψυχραιμία και χωρίς αντίδραση στον πόνο.

Σε ό,τι αφορά την ερμηνεία των διαφορών στην αντιμετώπιση της αρρώστιας και του πόνου, ορισμένοι -και κυρίως η σχολή των κοινωνιοβιολόγων- προσπάθησαν να τις αποδώσουν σε φυλετικά χαρακτηριστικά κάθε πληθυσμού. Αυτή η προσέγγιση, όμως, έχει δεχθεί σοβαρή και τεκμηριωμένη κριτική, κυρίως για ορισμένες της πτυχές που παραπέμπουν σε ρατσιστικές ερμηνείες.

Αντίθετα, πολύ πιο αξιόπιστη φαίνεται η ερμηνεία που αποδίδει αυτές τις διαφορές στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνίας, και όχι σε φυλετικές καταβολές. Άλλωστε, από μελέτες σε πολλούς πληθυσμούς, όπως για παράδειγμα στη Νέα Γουινέα, έχουν διαπιστωθεί μεγάλες διαφορές στη συμπεριφορά διαφορετικών ομάδων που, αν και ζουν στην ίδια περιοχή και δεν διαφέρουν φυλετικά, διατηρούν πολιτισμικές, κοινωνικές και άλλες ιδιαιτερότητες.

Οι αντιδράσεις, λοιπόν, στην αρρώστια και στον πόνο συνδέονται με τα συνολικά συστήματα αξιών, τις πεποιθήσεις και τους τρόπους πολιτισμικής έκφρασης, που ωθούν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με ιδιαίτερο και διαφορετικό τρόπο όταν εκτίθενται σε διαφορετικές καταστάσεις.