Οι επιδημιολογικές διαστάσεις και η αιτιοπαθογένεια της γενικής ψυχοπαθολογίας αλλά και συγκεκριμένων διαταραχών και συνδρομών, όπως η κατάθλιψη, οι νευρώσεις, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και η χρήση ουσιών κατά την εφηβεία, έχουν απολέσει το αντικείμενο πολλών ερευνών (Kienhorst et al., 1992, Johnston et al., 1989, Rutter, 1990, και άλλοι).
Είναι τέτοια η πληθώρα των ερευνών, ώστε σε πολλές περιπτώσεις τα πορίσματα να είναι αντικρουόμενα και αντιφατικά, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την κατάθλιψη και τις διαταραχές της συναισθηματικής διάθεσης, σχετικά το χαρακτήρα, την ένταση και το βάθος των συμπτωμάτων (Μαδιανός, 1998).

Σχετικά με τη μελέτη, αιτιολόγηση, αντιμετώπιση και πρόληψη των διαταραχών της εφηβείας, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή της εξελικτικής ψυχοπαθολογίας, η οποία προσέφερε καταρχάς ένα πλαίσιο για την κατανόηση της παρέκκλισης και της δυσπροσαρμοστικότητας σε σχέση με τη φυσιολογική και παθολογική εξέλιξη. Η Masten (1985) θεωρεί πως, από τη στιγμή που η ψυχοπαθολογία είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται σε έναν εξελισσόμενο οργανισμό, ή έννοια της ανάπτυξης είναι βασική για την περιγραφή, την κατανόηση, την αιτιολόγηση και την αντιμετώπιση οποιασδήποτε διαταραχής. Σημειώνει επιπλέον πως οι μεταβατικές περίοδοι της εξέλιξης όπου αναδιαρθρώνονται πολλές από τις παραμέτρους της προσωπικότητας αλλά και της σχέσης με το περιβάλλον, μία από τις οποίες - η κυριότερη ίσως - είναι η εφηβεία, ελκύουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον της εξελικτικής ψυχοπαθολογίας.

Οι Offer και Schonert - Reichi (1992) πιστεύουν πως η βαρύτητα και οι διαστάσεις της ψυχοπαθολογίας κατά την εφηβεία έχουν υπερεκτιμηθεί καθώς η πεποίθηση ότι η εφηβεία είναι μία περίοδος "θυελλώδους αναταραχής" αναπαράγεται ακόμα και από τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας αλλά και τους παιδίατρους και θεωρούν ότι αυτό το γεγονός είχε επηρεάσει αρνητικά και την πρόοδο της έρευνας για τις διαταραχές της εφηβείας.
Αναγνωρίζουν ωστόσο ότι υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ανάμεσα στους εφήβους που αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσαρμογή του και έχει ανάγκη από ψυχολογική ή ψυχιατρική βοήθεια. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 20% των εφήβων του γενικού πληθυσμού (Whitaker et al., 1990, Bird et al., 1988).
Οι Rutter και οι συνεργάτες του, στη γνωστή έρευνά τους στη νήσο Wight (1976) θεώρησαν ότι το ποσοστό των διαταραγμένων εφήβων ηλικίας 14-15 ετών ανέρχεται στο 13% βάσει των συνεντεύξεων με τους γονείς και στο 21% βάσει των συνεντεύξεων με τους ίδιους τους εφήβους. Ο Whitaker (1990) εξέτασε ένα μεγάλο αριθμό εφήβων από το αστικό περιβάλλον της Νέας Υόρκης και διαπίστωσε ότι το 18,7% από αυτούς υπέφερε από κάποια ψυχική διαταραχή.

Ο Μοδιανός (1998) αναφέρει ότι σε πληθυσμό 1.325 Ελλήνων εφήβων, η γενική ψυχική κατάσταση των οποίων αξιολογήθηκε με βάση την κλιμακα Langner (1962), διαπιστώθηκε ότι το 14,6% από αυτούς παρουσίαζαν σοβαρή έκπτωση της ψυχικής τους υγείας και υπέφεραν από έξι τουλάχιστον ψυχοπαθολογικά συμπτώματα. Ενδιαφέρον είναι το εύρημα ότι οι έφηβοι από την περιοχή των Αθηνών χαρακτηρίστηκαν καταθλιπτικοί σε μεγαλύτερο βαθμό από τους αυτούς των μικρότερων πόλεων και των αγροτικών περιοχών της χώρας. Φαίνεται πως η διαβίωση μέσα στα μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργεί αρνητικές συνθήκες για την εξέλιξη και την ανάπτυξη της επάρκειας στους εφήβους (Madianos & Madianou, 1991, Ierodiaconou, 1988).
O Offord και οι συνεργάτες του (1987) θεώρησαν πως είναι ιδιαίτερα σημαντικά να εξεταστούν οι διαφορετικές επιδράσεις του φαινομένου της ήβης στα αγόρια και στα κορίτσια και ειδικότερα ό,τι αφορά τη φύση των κυριότερων ψυχοπαθολογικών διαταραχών που παρουσιάζονται στα δύο φύλα.

Η Petersen (1991) διαπίστωσε πως κατά την παιδική ηλικία τα κορίτσια παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ψυχικής υγείας και κοινωνικής προσαρμογής σε σχέση με τα αγόρια, ενώ μετά την εφηβεία παρατηρείται ακριβώς το αντίθετο. Ο Rutter (1989) θεωρεί πως αυτή η αντιστροφή μπορεί να οφείλεται στην αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων που παρατηρείται κατά την μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Το ποσοστό εφήβων κοριτσιών στα οποία έχει διαγνωσθεί κατάθλιψη είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των αγοριών (Garrison, 1990). Αυτή η αναλογία διατηρείται και κατά την ενήλικη ζωή (Weissman & Klerman, 1979).
Οι Sternlieb και Munan (1972) εξετάζοντας 1408 εφήβους ηλικίας 15 έως 21 ετών διαπίστωσαν πως τα κυριότερα προβλήματα που απασχολούσαν τα κορίτσια ήταν σχετικά με την νευρικότητα που αισθάνονταν, τις σωματικές μεταβολές και τις σεξουαλικές σχέσεις, ενώ τα αγόρια ενδιαφέρονταν κυρίως για επαγγελματικά ζητήματα και τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ.

Πολλές κοπέλες εκφράζουν επίσης ανησυχία για την υγεία τους, αισθάνονται ευάλωτες στις εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις που υφίστανται και φοβούνται ότι κάτι θα τους συμβεί. Υπάρχουν όμως και πολλά αγόρια που θεωρούν ότι εμπλέκονται σε δραστηριότητες επικίνδυνες για την ακεραιότητά τους (Radius et al., 1980).
Τα κορίτσια αναφέρουν επίσης και περισσότερα σωματικά προβλήματα σε σχέση με τα αγόρια. Ο Dubow και οι συνεργάτες του (1990) βρήκαν πως πολλά κορίτσια παρουσιάζουν πονοκεφάλους, πόνους στο στομάχι και στο στήθος, ονυχοφαγία, αϋπνίες, οπτικά προβλήματα, ζαλάδες και έμετους. Επίσης, υπερέχουν από τα αγόρια και σε σχέση με διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, όπως αρνητική διάθεση, αυτοϋποτίμηση, άγχος, ευερεθιστικότητα, κατάθλιψη, διαταραχές διατροφής και αυτοκτονικός ιδεασμός. Ο Alexander (1989) διαπίστωσε πως τα κορίτσια κατά την εφηβεία παρουσιάζουν περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα σε συνδυασμό με περισσότερα προβλήματα υγείας. Τα κυριότερα προβλήματα που αναφέρουν αφορούν τις κοινωνικές σχέσεις και την εικόνα του σώματος.

Οι Offer και Schonert-Reichl (1992) υποστηρίζουν ότι τα αγόρια έχουν διαφορετικές ανησυχίες από τα κορίτσια κατά την εφηβεία, οι οποίες συνδέονται και με την ψυχική τους υγεία. Τα κορίτσια προβληματίζονται με την εμφάνισή τους, το βάρος τους, τη σχέση τους με τους γονείς, με τη συναισθηματική τους ένταση και τη σεξουαλική δραστηριότητα. Τα αγόρια εκφράζουν λιγότερες ανησυχίες σχετικά με τα προσωπικά τους προβλήματα, ενώ συνήθως εκδραματίζουν τις εντάσεις τους μέσα από επικίνδυνες συμπεριφορές όπως είναι για παράδειγμα η χρήση ουσιών ή η σύγκρουση με τους φορείς της εξουσίας.
Στη συνέχεια εξετάζονται ορισμένες από τις κυριότερες διαταραχές που παρουσιάζονται στην εφηβεία.

Άγχος
Το άγχος έχει συναισθηματικές, νευροφυσιολογικές και γνωστικές διαστάσεις. Ο Chapman (1974) θεωρεί πως το άγχος παίρνει μία νέα μορφή στην εφηβεία η οποία διαφέρει κατά πολύ από αυτήν του άγχους της παιδικής ηλικίας. Συνδέεται κυρίως με κοινωνικές καταστάσεις και περιλαμβάνει φόβους πιο "αφηρημένους" και γενικούς, όπως η αγοραφοβία (Marks & Gelder, 1966). Είναι δύο έως τρεις φορές συχνότερο στα κορίτσια από ότι στα αγόρια, ενώ οι αγχώδεις έφηβοι γίνονται σε ένα μεγάλο ποσοστό αγχώδεις ενήλικες (Gersten et al., 1976).

Κατάθλιψη - απόπειρες αυτοκτονίας
Η κατάθλιψη έχει μελετηθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη διαταραχή σε σχέση με την εφηβεία. Διάφορες επιδημιολογικές έρευνες αναφέρουν πως στο τελικό στάδιο της εφηβείας, το 3 - 5% των εφήβων υποφέρει από μείζων κατάθλιψη, ενώ το 12 - 15% παρουσιάζει πολλά καταθλιπτικά συμπτώματα. Ο Μαδιανός (1998) σε δείγμα 1.325 εφήβων από όλη την Ελλάδα διαπίστωσε πως το 29% των κοριτσιών και το 13% των αγοριών θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καταθλιπτικές "περιπτώσεις".
Τα ποσοστά αυτά είναι προοδευτικά αυξανόμενα από τις μικρότερες ηλικίες 12-13 ετών έως 16-18 ετών. Όπως συμβαίνει και με το άγχος έτσι και η κατάθλιψη είναι δύο έως τρεις φορές συχνότερη στα κορίτσια από ότι στα αγόρια. Παρατηρείται συχνά να συνυπάρχουν χαρακτηριστικά άγχους με καταθλιπτικά στοιχεία.

Μεγάλη αύξηση παρουσιάζουν επίσης και οι απόπειρες αυτοκτονίας ανάμεσα στα πρώτα στάδια της εφηβείας και την έναρξη της ενήλικης ζωής. Τα ποσοστά των αποπειρών αυτοκτονίας είναι πολύ υψηλότερα από αυτών των επιτυχημένων αυτοκτονιών (Fowler, Rich & Young, 1986). Το ποσοστό των αυτοκτονιών των αγοριών είναι υψηλότερα από το αντίστοιχο των κοριτσιών. Αυτό ίσως οφείλεται στην μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των μεθόδων που επιλέγουν τα αγόρια.
Για παράδειγμα, τα αγόρια συχνά χρησιμοποιούν όπλα για να χρησιμοποιούν όπλα για να αυτοκτονήσουν, ενώ τα κορίτσια επιχειρούν να τερματίσουν τη ζωή τους κάνοντας υπερβολική χρήση φαρμάκων ή τοξικών ουσιών μία μέθοδος που έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να αποτύχει (Masten, 1957). Η συχνότητα αυτοκτονίας στην Ελλάδα είναι μία από τις χαμηλότερες στον κόσμο. Ανέρχεται ανά έτος σε όλη τη χώρα στο 0,98% (1,07% για τα αγόρια και 0,89% για τα κορίτσια). Οι ψυχιατρικές διαταραχές αναφέρονται σαν αιτιολογικός παράγοντας και οι δυσκολίες στην οικογένεια και ιδιαίτερα οι δυσκολίες στη σχέση με τους γονείς (Μπεράτη, 1994).

Διαταραχή διαγωγής - αντικοινωνική συμπεριφορά
Η διαταραχή διαγωγής αναφέρεται σε ένα ψυχιατρικό σύνδρομο που αναφέρεται στην ύπαρξη τριών τουλάχιστον μορφών προβληματικής συμπεριφοράς για χρονικό διάστημα άνω των έξι μηνών (DSM-IV, 1990). Το κεντρικό σημείο που τη διαφοροποιεί από άλλα ψυχιατρικά σύνδρομα είναι ότι αφορά μία διαταραχή της συμπεριφοράς και όχι της σκέψης ή του συναισθήματος. Οι έφηβοι με τη διαταραχή αυτή συνήθως τείνουν να διαπράττουν αντικοινωνικές πράξεις με ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο τρόπο.
Η διαταραχή διαγωγής είναι τρεις έως τέσσερις φορές συχνότερη στα αγόρια από ότι στα κορίτσια (Balk, 1995). Συνήθως εκδηλώνεται νωρίτερα από τις άλλες διαταραχές, από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου ή και τις τελευταίες του δημοτικού. Σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά με διαταραχή διαγωγής εκδηλώνουν παραπτωματική συμπεριφορά στην εφηβεία ή και αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας στην ενήλικη ζωή (Ebata, Petersen & Conger, 1984).

Ο Elliot και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν πως ενώ το 87% των εφήβων διαπράττει τουλάχιστον μία παράνομη πράξη, μόνο το 8% εμπλέκεται σε σοβαρές και χρόνιες μορφές εγκληματικής δραστηριότητας. Στην Ελλάδα, κατά τη δεκαετία 1984-1994 σημειώθηκε αύξηση 35% στα παραπτώματα που διαπράχθηκαν από εφήβους ηλικίας από 13 έως 18 ετών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το γενικό πληθυσμό παρουσίασε μείωση 22,3%.