«Μετά από ένα χρόνο μάθαμε αρκετά για την πανδημία, αλλά δυστυχώς ακόμα είναι περισσότερα αυτά που δεν γνωρίζουμε». Με αυτή τη φράση έκλεισε την εισήγησή του σε πρόσφατη διαδικτυακή εκδήλωση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ο καθηγητής Επιδημιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Υγείας, Χρήστος Χατζηχριστοδούλου.

Ένα από αυτά τα πολλά που δεν γνωρίζουμε, όπως τα ανέπτυξε ο καθηγητής, είναι γιατί ορισμένοι άνθρωποι, παρόλο που εκτίθενται άμεσα στον ιό, ζώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κλειστούς χώρους μαζί με φορείς του SARS-CoV-2, δεν κολλούν ποτέ.

Ο κ. Χατζηχριστοδούλου και οι επιστημονικοί συνεργάτες του μελέτησαν διεξοδικά τα επιδημιολογικά δεδομένα στον οικισμό Ρομά της Νέας Σμύρνης στη Λάρισα, όπου ξέσπασε τον Απρίλιο του 2020 μια από τις μεγαλύτερες εστίες διασποράς του ιού, τότε, σε πανελλαδικό επίπεδο. Συνολικά καταγράφηκαν 142 κρούσματα, σε σύνολο περίπου 1.000 σε όλη τη χώρα εκείνο το διάστημα. Είκοσι νοσηλεύτηκαν, ένας έφυγε από τη ζωή ενώ 53 ήταν ασυμπτωματικοί.

Οι τελευταίοι μεταφέρθηκαν σε καραντίνα σε δομή της περιοχής. Μεταξύ αυτών που απομονώθηκαν, όμως, ήταν και κάποιοι συνοδοί τους, οι οποίοι δεν είχαν τον ιό.

Κάποια συγκεκριμένα άτομα παρουσίασαν το εξής παράδοξο: ενώ κόλλησαν όλα τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών τους ή οι ίδιοι έζησαν  επί δύο εβδομάδες μαζί με 60 θετικούς, δεν εμφάνισαν ποτέ θετικό τεστ, ούτε ανέπτυξαν ποτέ αντισώματα. «Μελετήσαμε τις οικογένειες, κάναμε το δεντρόγραμμα το οικογενειακό και προσπαθούμε να βρούμε το λόγο που δεν κόλλησαν. Δεν έχουμε απάντηση ακόμα. Περιμένουμε τα αποτελέσματα από την Ακαδημία Αθηνών, όπου θα κάνουνε ολικό γονιδίωμα των οικογενειών για να βρούν αν υπάρχει κάποιος προστατευτικός παράγοντας», ανέφερε ο κ. Χατζηχριστοδούλου. Μεταξύ των περιπτώσεων που έχουν μπει στο μικροσκόπιο είναι αυτές ενός άνδρα 39 ετών και μιας γυναίκας 46 ετών, οι οποίοι έζησαν επί 10 και 15 μέρες στη δομή καραντίνας μαζί με δεκάδες θετικά κρούσματα. Και οι δύο υποβλήθηκαν σε διαδοχικά μοριακά τεστ και ήταν όλα αρνητικά, ενώ ήταν αρνητικοί και στον έλεγχο αντισωμάτων.

Το κρουαζιερόπλοιο «Ελ. Βενιζέλος»

Αυτό το διάστημα αναμένεται να δημοσιευτούν τα συμπεράσματα της επιστημονικής έρευνας που έγινε για τη διασπορά στο κρουαζιερόπλοιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», που σήμανε συναγερμό το Μάρτιο του 2020, όταν βρέθηκε στο λιμάνι του Πειραιά μετά από περιπλάνηση στη Μεσόγειο.

Όπως είπε ο κ. Χατζηχριστοδούλου, ο δείκτης μεταδοτικότητας (Rt) στο πλοίο ήταν περίπου στο 2,7, γεγονός που σήμανε σχεδόν τριπλασιασμό των κρουσμάτων σε αυτό κάθε τέσσερις μέρες. Αυτό δείχνει τη δυναμική εξάπλωσης της νόσου αν δεν ληφθούν μέτρα σε ένα κλειστό χώρο όπως το πλοίο. Έτσι, μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες από το ένα θετικό κρούσμα, που μπήκε πιθανώς από το Τσεσμέ της Τουρκίας, ο ιός μεταδόθηκε σε συνολικά 128 άτομα, σε σύνολο 383 ταξιδιωτών (ποσοστό 33,4% του συνόλου).

Με βάση τον επιχειρησιακό σχεδιασμό που αποφασίστηκε, οι θετικοί παρέμειναν στο πλοίο και κατέβηκαν οι αρνητικοί, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε ξενοδοχεία καραντίνας. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, οι ταξιδιώτες που βρίσκονταν στα ξενοδοχεία είχαν μικρότερες πιθανότητες να μολυνθούν από αυτούς που τέθηκαν σε καραντίνα στο πλοίο. Επίσης, ταξιδιώτες συγκεκριμένης εθνικότητας είχαν περισσότερες πιθανότητες να μολυνθούν, γιατί προφανώς έκαναν περισσότερο παρέα μεταξύ τους. Επίσης, περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα μόλυνσης είχαν όσοι δούλευαν στο τμήμα ψυχαγωγίας του πλοίου. Η κατανάλωση γευμάτων και ποτών σε συγκεκριμένη τραπεζαρία και μπαρ, η εθνικότητα, το τμήμα εργασίας και η καραντίνα επί του πλοίου ήταν παράγοντες κινδύνου για τη μετάδοση της νόσου.

Τι γνωρίζουμε 14 μήνες μετά

Απαντώντας στο βασικό ερώτημα της επιστημονικής εκδήλωσης, που ήταν τι γνωρίζουμε, 14 μήνες μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, ο κ. Χατζηχριστοδούλου ανέφερε, μεταξύ άλλων:

Ενώ στην αρχή της πανδημίας υπήρχε μεγάλη επικέντρωση στη μετάδοση μέσω μολυσμένων επιφανειών, σήμερα γνωρίζουμε πως είναι μειωμένος ο κίνδυνος έμμεσης μετάδοσης με αυτόν τον τρόπο. Ο κύριος τρόπος είναι η άμεση αερογενής μετάδοση, μέσω των σταγονιδίων που εκπέμπονται από το στόμα και τη μύτη. «Αν μιλάω βγάζω περίπου 10 σταγονίδια σε κάθε λέξη που θα πω. Αν βήξω εκπέμπω 3.000 σταγονίδια και αν φταρνιστώ μέχρι και 100.000. Τα μεγάλα σταγονίδια πέφτουν στο έδαφος, τα μικρά μένουν στον αέρα μέχρι και 3 ώρες», είπε ο καθηγητής.

Για τον λόγο αυτό είναι απολύτως κρίσιμη η χρήση μάσκας, χειρουργικής ή και υφασμάτινες με δύο ή τρεις στρώσεις. Μελέτη σε κομμωτήριο, με δύο ασυμπτωματικούς κομμωτές, έδειξε πως ενώ αυτοί αλληλεπίδρασαν για πάνω από 15 λεπτά με  139 πελάτες σε διάστημα 8 ημερών, κανένας από τους 67 πελάτες που ελέγχθηκαν δεν βρέθηκε θετικός. Αυτό συνέβη γιατί φορούσαν μάσκα οι κομμωτές. Επίσης, σε αεροπορικές πτήσεις άνω των 10 ωρών με υποχρεωτική χρήση μάσκας από όλους (επιβάτες, προσωπικό) δεν βρέθηκε κανένα επιπλέον κρούσμα παρόλο που υπήρχαν μολυσμένοι μεταξύ των επιβατών.