Του ανταποκριτή μας στη Θεσσαλονίκη, Βασίλη Ιγνατιάδη

Για δεύτερη φορά από το ξέσπασμα της πανδημίας, καταγράφεται τις τελευταίες μέρες μια αξιοσημείωτη διαφοροποίηση στην ηλικιακή κατανομή των ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύονται στις ΜΕΘ. Διανύοντας τον 5ο μήνα από την έναρξη του προγράμματος "Ελευθερία", παρατηρούμε το ποσοστό των διασωληνωμένων άνω των 65 να έχει υποχωρήσει στο 58%, από 63% ως 65% που κινούνταν σταθερά στη διάρκεια της πανδημίας, και να διαμορφώνει πλέον μια αναλογία 1,5 προς 1 σε σχέση με την ηλικιακή κατηγορία 40-64.

Κάτι ανάλογο είχε συμβεί τον περασμένο Νοέμβριο, αλλά με μια σημαντική διαφορά: τότε η ανατροπή της αναλογίας 2/3 προς 1/3 ανάμεσα στις δύο ηλικιακές ομάδες οφειλόταν στην αδυναμία του συστήματος να εξυπηρετήσει τις ανάγκες νοσηλείας, με αποτέλεσμα οι νεότερες ηλικίες να έχουν προτεραιότητα στις ΜΕΘ, εκτοπίζοντας τους υπερήλικες. Τώρα η αλλαγή αποδίδεται στους εμβολιασμούς και στη βαθμιαία αύξηση όσων απέκτησαν πρώτοι ανοσία, λόγω ηλικιακής προτεραιότητας.

Το γεγονός αποδεικνύει πως οι εμβολιασμοί αποδίδουν και θα αποδώσουν περισσότερο όταν εστιαστούν με απόλυτη προτεραιότητα στις μεγάλες ηλικίες. «Τα μαθηματικά της πανδημίας μας λένε ότι το μυστικό για την αναχαίτιση των θανάτων δεν κρύβεται στην ανοσία της αγέλης αλλά στην προστασία των ευάλωτων και ευπαθών ομάδων», επισημαίνει ο καθηγητής του ΤΗΜΜΥ και διευθυντής στο Εργαστήριο Προγραμματισμού και Επεξεργασίας Πληροφοριών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Βασίλης Τσαουσίδης. Μιλώντας στο iatronet εξηγεί τους δύο κύριους λόγους για τους οποίους πρέπει να εμβολιαστούν τώρα, αμέσως και εκτός σειράς, όσοι ηλικιωμένοι και ευπαθείς το επιθυμούν. Μπορούν για παράδειγμα, όπως λέει, να δημιουργηθούν ειδικά εμβολιαστικά κέντρα για ηλικιωμένους που μπορούν να επικοινωνούν τηλεφωνικά την προηγούμενη μέρα και να εμβολιάζονται κατ’ απαίτηση την επόμενη.

Δεν είναι "αρνητές" όσοι δεν εμβολιάστηκαν

"Γνωρίζουμε ότι το 85% των θανάτων αφορά άτομα 65 και άνω. Επομένως, αν είχαμε δώσει απόλυτη προτεραιότητα στους εμβολιασμούς των μεγαλύτερων ηλικιών σήμερα θα είχαμε αριθμό θανάτων 6 - 8, ημερησίως. Όμως, τις τελευταίες μέρες έχουμε 52 και 60 θανάτους και μέχρι προχθές 75 - 80 καθημερινά", επισημαίνει καθηγητής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε τη Δευτέρα ο Γενικός Γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους, μόλις το 58% των πολιτών άνω των 60 ετών έχει εμβολιαστεί τουλάχιστον με μια δόση (θα ανέβει στα 73% με τα κλεισμένα ραντεβού), ενώ τα ποσοστά στους 80 - 85 και στους 85+ είναι 64% και 63%, αντίστοιχα (με προοπτική να ανέβουν στο 69% και 68% με τα ραντεβού).

Η σύγκριση με τις ανταγωνίστριες χώρες της Ε.Ε. κάθε άλλο παρά ευνοεί την Ελλάδα. Η Φινλανδία έχει εμβολιάσει το 90,8% του πληθυσμού της, ηλικίας 80+ και έχει ποσοστά θανάτων 0,2 στο εκατομμύριο την ημέρα (έναντι 6 με 7 ανά εκατομμύριο στην Ελλάδα). Η Σουηδία έχει εμβολιάσει το 93% των υπερηλίκων, η Δανία το 99,1%, με ποσοστό θανάτων 0,3 ανά εκατομμύριο, η Πορτογαλία σχεδόν το 94% με ποσοστό θανάτων 0,15 ανά εκατομμύριο.

Όπως επισημαίνει ο κ. Τσαουσίδης, τα δεδομένα μας συνηγορούν στο ότι το χαμηλό ποσοστό εμβολιασμού των μεγαλύτερων ηλικιών στην Ελλάδα δεν οφείλεται στο μεγάλο ποσοστό "αρνητών εμβολίων" σε αυτή την κατηγορία. "Νομίζει κανείς ότι ειδικά οι γέροντες στην Ελλάδα είναι αρνητές ενώ στην Ισπανία και την Πορτογαλία είναι φανατικοί της επιστήμης;", διερωτάται και υποστηρίζει πως στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα απαιτούσε ιδιαίτερη κρατική πρόνοια όμως αντιμετωπίστηκε όπως οι υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.

"Το χαμηλό ποσοστό εμβολιασμού τους μέχρι πρόσφατα (ίσως λιγότερο από 50% μέχρι τον Απρίλιο) δεν φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα άρνησης αλλά ελλιπούς οργάνωσης. Αν ήταν αποτέλεσμα άρνησης δεν θα γινόταν 63% τον Μάιο και 70%, σύμφωνα με δήλωση του κ. Κικίλια, στο τέλος του Μαΐου. Με λίγα λόγια, δεν μπορεί να ισχύει το στατιστικό παράδοξο, ο ρυθμός εμβολιασμού όσων εκδήλωσαν επιθυμία να εμβολιαστούν και εμβολιάστηκαν (δηλαδή των "μη αρνητών") να ταυτίζεται με τον ρυθμό που αλλάζουν γνώμη στην Ελλάδα οι υποτιθέμενοι "αρνητές" - θα έπρεπε το ποσοστό τους να έχει πιάσει κάποιο ανώτατο όριο και στη συνέχεια να αυξάνεται πολύ αργά, εφόσον κάποιοι αλλάζουν γνώμη".

Ίσως δεν είναι εφικτή η ανοσία αγέλης

Ο δεύτερος λόγος, σύμφωνα με τον καθηγητή, που καθιστά αναγκαία λύση τον άμεσο και καθολικό εμβολιασμό των μεγαλύτερων ηλικιών, είναι η επιδιωκόμενη ανοσία της αγέλης, η οποία όπως υποστηρίζει ενδέχεται να μην είναι εφικτή, καθώς έχει δύο προϋποθέσεις:

  • Να εμβολιαστεί ο πληθυσμός σε διάστημα ενός εξαμήνου, ώστε ο πρώτος εμβολιασμένος να έχει ακόμη ανοσία όταν θα την αποκτήσει και ο τελευταίος. Αυτό έχει ενδεχομένως ανυπέρβλητες δυσκολίες, καθώς ο ρυθμός των εμβολιασμών δεν συμπίπτει με τον αριθμό των εμβολιασμένων, παρά μόνο κατά το ήμισυ. "Για παράδειγμα, από τους 100 χιλιάδες εμβολιασμούς καθημερινά, οι μισοί τουλάχιστον αφορούν εμβολιασμούς δεύτερης δόσης. Με αυτόν τον ρυθμό νέων εμβολιασμένων, ο περιορισμός της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εντός του εξαμήνου ή έστω επταμήνου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί", σημειώνει. Μάλιστα, αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι ο κύκλος της ανοσίας λόγω του εμβολιασμού για τους ηλικιωμένους και ευπαθείς που εμβολιάστηκαν ήδη από τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο ενδέχεται να ολοκληρωθεί αρκετά πριν ολοκληρωθεί ο εμβολιασμός του πληθυσμού. Εφόσον χρειαστεί γι’ αυτούς επιπλέον εμβολιασμός ο ρυθμός των νέων εμβολιασμένων θα μειωθεί περαιτέρω.
  • Ο εμβολιασμένος πληθυσμός να αποτρέπει τη μετάδοση του ιού. Διαφορετικά, μόνο εν μέρει σταματά τη μετάδοση και τότε απαιτείται να εμβολιαστεί ακόμη μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. "Πρακτικά μπορεί να στοχεύσει κανείς σε κάποιο περιορισμό της μεταδοτικότητας, όχι όμως σε ανοσία της αγέλης. Επομένως, ο εμβολιασμός αποτελεί πρωτίστως μέσο προστασίας και λιγότερο εργαλείο δημιουργίας τείχους ανοσίας", αναφέρει. Αν αποδεχτούμε ότι όσο πιο μαζικός ο εμβολιασμός τόσο περισσότερο αναχαιτίζεται η μετάδοση, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός είναι μεν ένας εύλογος στόχος, δεν αρκεί όμως για να ανακόψει άμεσα, δραστικά και οριστικά, τον ρυθμό των θανάτων.