Παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν αυξημένα επίπεδα κατάθλιψης στην εγκυμοσύνη φαίνεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο για προβλήματα συμπεριφοράς, δήλωσαν ερευνητές.

Η Gabrielle Rinne, του University of California, δήλωσε ότι τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι αυξήσεις στα συμπτώματα κατάθλιψης της μητέρας πριν τη σύλληψη έως μετά τον τοκετό, συμβάλλουν στο να έχουν τα παιδιά χαμηλότερη προσοχή και έλεγχο συμπεριφοράς-κάτι που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο προβλημάτων στη διάρκεια ζωής.

Η έρευνα διήρκεσε 7 χρόνια και έγινε σε 125 Αμερικανίδες και τα παιδιά τους, που παρακολουθήθηκαν από πριν την κύηση έως να φτάσουν τα παιδιά στην ηλικία των 5 ετών.

Οι περισσότερες γυναίκες ήταν έγχρωμες και από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος.

Ρωτήθηκαν 4 φορές σχετικά με συμπτώματα κατάθλιψης. Μια πριν την κύηση, τη δεύτερη στην εγκυμοσύνη και πάλι 3 μήνες μετά τον τοκετό.

Όταν τα παιδιά ήταν 4 ετών, οι μητέρες έπρεπε να περιγράψουν το ταμπεραμέντο και τη συμπεριφορά των παιδιών.

Στην ηλικία των 5, δόθηκαν εργασίες σε υπολογιστές στα παιδιά για να αξιολογηθεί η συγκέντρωσή τους.

Παιδιά μητέρων των οποίων η κατάθλιψη αυξήθηκε στην εγκυμοσύνη είχαν χειρότερη επίδοση έναντι παιδιών των  οποίων οι μητέρες είχαν σταθερά χαμηλά επίπεδα.

Παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν σταθερά υψηλή κατάθλιψη και αυτών με σταθερά χαμηλή είχαν παρόμοια αποτελέσματα στην εργασία.

Είναι η πρώτη έρευνα που δείχνει ότι αλλαγές στα επίπεδα κατάθλιψης των μητέρων με τον καιρό, επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τη συναισθηματική ευεξία μικρών παιδιών.

Η Christine Dunkel Schetter, δήλωσε ότι η νέα έρευνα δείχνει ότι μοτίβο αυξανόμενης κατάθλιψης μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στα παιδιά.

Η έρευνα παρατήρησε σχέση αλλά δεν απέδειξε ότι είναι αιτιατή.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο Journal of Affective Disorders.

Πηγές:
Journal of Affective Disorders.