Εδώ και 22 χρόνια οι γεννήσεις στην Ελλάδα υπολείπονται των θανάτων, αναδεικνύοντας την υπογονιμότητα ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια της ελληνικής κοινωνίας, που θέτει υπό αμφισβήτηση την μελλοντική οικονομική ανάπτυξη της χώρας. 

Σύμφωνα λοιπόν με την τελευταία έρευνα του ΙΟΒΕ μέχρι και το 1998, ο αριθμός γεννήσεων ήταν υψηλότερος από τους θανάτους στην Ελλάδα. Από τις αρχές του 2000 όμως η σχέση των δύο έχει αντιστραφεί, ενώ ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η πορεία των γεννήσεων από το 2008 και έπειτα, οι οποίες υποχώρησαν σε λιγότερες από 94 χιλ. το 2013, από σχεδόν 112 χιλ. το 2008 και πάνω από 140 χιλ. πριν το 1980. Αντιστρόφως, το επίπεδο των θανάτων αυξάνεται με σταθερό ρυθμό διαχρονικά, αγγίζοντας τους 125 χιλ. το 2019, τελευταίο έτος προ της πανδημίας.

Στο βασικό σενάριο προβολών της Eurostat, ο αριθμός γεννήσεων σταθεροποιείται στο εύρος 73-75 χιλ. έως τα μέσα της δεκαετίας του 2040, για να υποχωρήσει στη συνέχεια σε περίπου 66 χιλ. από τα τέλη της δεκαετίας του 2050. Ο αριθμός των γεννήσεων υπολείπεται σημαντικά του αριθμού των θανάτων σε όλη την περίοδο πρόβλεψης. Ειδικότερα, οι θάνατοι προβλέπεται να αυξηθούν μέχρι το 2060 σε 136 χιλ., να υποχωρήσουν στη συνέχεια και να σταθεροποιηθούν σε περίπου 103 χιλ. το έτος από το 2085.

Ο λόγος θανάτων προς γεννήσεις στην Ελλάδα προβλέπεται να παραμείνει σημαντικά μεγαλύτερος σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της ΕΕ σε όλη την περίοδο πρόβλεψης. Ειδικότερα, ο λόγος θανάτων προς γεννήσεων αναμένεται να αυξηθεί στην Ελλάδα από 1,56 το 2020 σε 2,09 το 2060, για να υποχωρήσει στη συνέχεια σε 1,49 έως το 2100. Ενώ η τάση στον μέσο όρο της Ευρωζώνης είναι παρόμοια, ο δείκτης κινείται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα (1,10 το 2019, 1,51 το 2060 και 1,27 το 2100 ). 

Δείκτης εξάρτησης της τρίτης ηλικίας

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η χαμηλή γονιμότητα αναμένεται να επηρεάσουν τον δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας, ο οποίος αναμένεται να επηρεάσει εκτός των άλλων και το επίπεδο των δαπανών για το συνταξιοδοτικό και το υγειονομικό σύστημα, αλλά και τις ευρύτερες δαπάνες κοινωνικής προστασίας των ατόμων τρίτης ηλικίας. Ειδικότερα, ο δείκτης εξάρτησης της τρίτης ηλικίας έχει ήδη αυξηθεί στην Ελλάδα από 28,2% το 2009 σε 35,6% το 2021. 
Η τάση αυτή προβλέπεται να συνεχιστεί έως περίπου το 2050, όταν ο δείκτης αναμένεται να φτάσει 63% και να σταθεροποιηθεί στη συνέχεια σε επίπεδα άνω των 60%. Βασικός παράγοντας για αυτή την εξέλιξη είναι η ιδιαίτερα ισχυρή μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, από 6,8 εκατ. το 2010, σε 6,2 το 2020, 4,7 το 2050 (δηλαδή μείωση κατά 39,1% μεταξύ 2010 και 2050) και τελικώς σε σχεδόν 4 εκατ. το 2100.  

Επιπλέον, συγκριτικά με την Ευρωζώνη, η Ελλάδα βρίσκεται ψηλότερα στον δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ η διαφορά προβλέπεται να αυξηθεί μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Σε συνάρτηση με την πληθυσμιακή γήρανση και την υπογεννητικότητα, ο δείκτης εξάρτησης της τρίτης ηλικίας αναμένεται να αυξηθεί στο μέλλον για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Στην κατάταξη των χωρών, η Ελλάδα βρίσκεται στην 3η θέση αναφορικά με τον δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας το 2020 και στην 5η θέση το 2100, μετά την Ιταλία, τη Φινλανδία, την Ισπανία και την Μάλτα.   

Συμπερασματικά

Το δημογραφικό ζήτημα επηρεάζει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού επιδρά αρνητικά στην προσφορά εργασίας και τις δυνατότητες οικονομικής μεγέθυνσης, ο αυξανόμενος δείκτης εξάρτησης ασκεί πιέσεις στη δημοσιονομική βιωσιμότητα, ενώ η γήρανση του πληθυσμού επιβραδύνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Η αδράνεια απέναντι στις δημογραφικές τάσεις, λόγω απουσίας πολιτικών που θα δώσουν προτεραιότητα στην καλύτερη προσαρμογή της οικονομίας και την άμβλυνση του προβλήματος εκτιμάται ότι θα κοστίσουν μακροχρόνια ακριβά σε όρους ΑΕΠ, απασχόλησης, δημοσιονομικών πόρων, αλλά και κατά κεφαλήν ευημερίας.

 

Μέσα από μακροοικονομικές προσομοιώσεις, εκτιμάται ότι σε ένα βασικό σενάριο, όπου οι δημογραφικές τάσεις στην Ελλάδα συγκλίνουν μόνο ελαφρά με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά η γήρανση και η πτωτική τάση του πληθυσμού παραμένουν, το 2100 αναμένεται το πραγματικό ΑΕΠ να έχει μειωθεί κατά 58 δισ. ευρώ (ή 31%) σε σχέση με το 2019, η απασχόληση κατά 2,1 εκατ. άτομα (ή 48%), τα δημοσιονομικά έσοδα κατά 14 δισ. άτομα (ή 19%) και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 1.740 ευρώ (ή 10%), σε σταθερές τιμές του 2019. Οι μακροοικονομικές επιπτώσεις εκτιμώνται σοβαρότερες σε ένα απαισιόδοξο σενάριο, όπου γίνεται παραδοχή για επιδείνωση παραμέτρων-κλειδιά όπως η γονιμότητα και οι μεταναστευτικές ροές.