Αν και έχει περάσει μόλις ένας μήνας που το θέμα των ελλείψεων σε αίμα βρέθηκε στη Βουλή ως  «Εθνική Προτεραιότητα η επάρκεια και διαχείριση αίματος»,  σήμερα το πρόβλημα όχι μόνο έχει χτυπήσει -ακόμη μια φορά- την πόρτα των νοσοκομείων αλλά εισχώρησε και στο εσωτερικό τους.

"Ας υλοποιηθούν οι αποφάσεις που έχουν παρθεί τα προηγούμενα χρόνια για να σταματήσει το πρόβλημα των ελλείψεων'', λένε με μία φωνή παράγοντες από την πλευρά των ασθενών, αλλά και από την πλευρά των ιατρών που στελεχώνουν τις Μονάδες Μεσογειακής Αναιμίας και Δρεπανοκυτταρικής Νόσου

Οι ανάγκες της χώρας σε αίμα είναι 500.000 με 600.000 φιάλες αίμα, εκ των οποίων οι 120.000 φιάλες χρησιμοποιούνται στους ασθενείς με χρόνια αιματολογικά νοσήματα.

Σήμερα, όπως μας λέει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας κ. Λίβανος Ανδρέας, πανελλαδικά οι τακτικώς μεταγγιζόμενοι είναι 3.000 ασθενείς, εκ των οποίων οι 1.500 στην Αθήνα και από αυτούς οι 830 βρίσκονται στο Παίδων Αγ. Σοφία (αφορούν και παιδιά και ενήλικες). Κατά τον ίδιο, όσον αφορά την Αθήνα οι μεγαλύτερες ελλείψεις είναι στο Παίδων Αγ. Σοφία, στο Ιπποκράτειο-Αθήνα και στο Λαϊκό, ενώ έχουν ξεκινήσει ελλείψεις και στο Πανεπιστημιακό στο Ρίο και στο Νοσοκομείο του Βόλου.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον κ. Βασίλη Δήμου, πρόεδρο στον Ελληνικό Σύλλογο Θαλασσαιμίας στη Θεσσαλονίκη, ήδη στο Ιπποκράτειο με 200 τακτικά μεταγγιζόμενους ασθενείς τα προβλήματα έχουν αυξηθεί. Όπως τονίζει, σε παιδιά ασθενείς αντί για δύο φιάλες με αίμα, τους μεταγγίζεται μία, αναβάλλονται από την άλλη κάποιες μεταγγίσεις, ενώ μεγαλύτερα προβλήματα αντιμετωπίζουν ασθενείς με ομάδα αίματος ρέζους αρνητικό.  

Σύμφωνα με την κα. Μυρίλλα Ιωάννα, ιατρό παθολόγο στο νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» & Γενική Γραμματέα στον Πανελλήνιο Σύλλογο Πασχόντων από Μεσογειακή Αναιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο, το πρόβλημα θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί  με σωστό προγραμματισμό στις αιμοληψίες.  Δυστυχώς, όπως ανέφερε, παρά την ύπαρξη του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας δεν έχει ολοκληρωθεί η Κεντρική Διαχείριση του Αίματος, όπου το ΕΚΕΑ πρωτίστως θα είχε τη δυνατότητα να «βλέπει» την προσφορά και τη ζήτηση αίματος και να το διαθέτει αναλόγως. Σύμφωνα με την ίδια, "υπάρχουν 3.500 σύλλογοι εθελοντών αιμοδοτών και αίμα δεν έχουμε"

Τα ερωτήματα είναι πολλά και αναπάντητα. Ακολουθούν μερικές επισημάνσεις από του συνομιλητές μας που ίσως θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο αποφάσεων προκειμένου κάποια στιγμή να μηδενιστεί το πρόβλημα των ελλείψεων της χώρας σε αίμα.

  1. Αν και έχουμε 3.500 συλλόγους αιμοδοτών γιατί δεν έχουμε αίμα ; Και έχει επί παραδείγματι η Ελβετία με ένα αιμοδοτικό σύλλογο. Σημειώνεται ότι  η χώρα μας είναι πρώτη σε συλλογή αίματος αλλά και πρώτη σε κατανάλωση ανάμεσα σε 26 χώρες της ΕΕ.
  2. Γιατί δεν προχώρησε η ολοκλήρωση του Εθνικού Σχεδίου για τις Αιμοδοσίες που ξεκίνησε το 2018 και αφορούσε τη συνολική διαχείριση του αίματος από έναν φορέα, εν προκειμένω το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας; Στο Σχέδιο αυτό προβλέπονταν μεταξύ άλλων η λειτουργία 4 αυτόνομων μονάδων αιμοδοσίας στο Αιγάλεω, στην Καλλιθέα, δίπλα στο Νοσοκομείο Ελπίς και σε έναν ακόμη χώρο που δεν είχε βρεθεί (τότε). Σήμερα λειτουργεί μόνο το κέντρο στο Αιγάλεω. Δυστυχώς, όπως λένε οι πηγές μας, λόγω έλλειψης προσωπικού από την αρχή της πανδημίας και παρά το γεγονός ότι οι γιατροί που στελεχώνουν τις Μονάδες Μεσογειακής Αναιμίας και Δρεπανοκυτταρικής Νόσου είναι διορισμένοι και απασχολούνται σε αυτές, είδαμε να τους χρησιμοποιούν για άλλες ανάγκες προκειμένου να καλύψουν τα εξωτερικά ιατρεία ή άλλες κλινικές ή τη μονάδα στο Αιγάλεω.
  3. Στο Εθνικό Σχέδιο για τις Αιμοδοσίες αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι θα γινόταν σωστή και κεντρική διαχείριση του διαθέσιμου αίματος, έτσι ώστε να μη συμβαίνει αυτό που ισχύει τώρα, δηλαδή σε άλλα νοσοκομεία να περισσεύει αίμα και σε άλλα να υπάρχουν ελλείψεις. Αποτέλεσμα όμως αυτού είναι να χάνεται πολύτιμο αίμα που έχει διάρκεια ζωής από 35 έως 42 ημέρες. Οπως λέγεται, αυτό συμβαίνει διότι αν και υπάρχουν πανελλαδικά 92 τμήματα αιμοδοσίας δεν υπάρχει μεταξύ τους συνεργασία, αναδεικνύοντας τη σημασία που θα είχε ένας φορέας συντονισμού τους. 
  4. Γιατί αποφασίστηκε το 2012 να μειωθούν οι εισαγωγές αίματος από την Ελβετία; Για να κλείσουν κάποια στόματα που ισχυρίζονταν ότι ήταν ντροπή να εισάγουμε αίμα;  τη στιγμή που δεν υπήρχε σχέδιο για την κάλυψη αυτών των αναγκών. Από τις 30.000 φιάλες αίμα που εισάγαμε ως χώρα το 2020 ήρθαν 19.000 πέρυσι και για φέτος μέχρι τα τέλη του έτους θα εισαχθούν 21.500 φιάλες.
  5. Πώς μπορεί να ανατραπεί η φιλοσοφία σημαντικής μερίδας ευκαιριακών εθελοντών που δίνουν αίμα για να καλύψουν αποκλειστικά και μόνο κάποιο μέλος από τον περίγυρό τους αγνοώντας την πραγματική αξία του εθελοντισμού. Και όλα αυτά την στιγμή που πάνω από το 40% των τακτικώς μεταγγιζόμενων ζουν με ένα μόνιμο άγχος αν θα βρουν αίμα στην επόμενη μετάγγισή τους, ενώ πάνω από το 30% ζουν με κατάθλιψη. 

Αρα πρέπει να υπάρξει με στοχευμένες δράσεις ενίσχυση της εθελοντικής βάσης χωρίς όρους και αστερίσκους και όχι η επιλογή ''δίνω αίμα για την ανάγκη του δικού μου ανθρώπου'' που επί της ουσίας καταλύει τον εθελοντισμό.

Μια άλλη πλευρά του προβλήματος

Και ενώ οι ελλείψεις γιγαντώνονται, το πρόβλημα έχει και μία άλλη πλευρά που αφορά τις ανάγκες για αίμα όχι για ασθενείς με θαλασσαιμία. αλλά για τα χειρουργεία, τις εγκύους, τα ατυχήματα κ.λπ. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο στην Ευρώπη πραγματοποιούνται 25 εκατ. μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων εκ των οποίων το 30% αφορά χειρουργικές επεμβάσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζεται, είναι απαραίτητο να  υπάρξει μια πολύ καλή ενημέρωση όλων των λειτουργών στο χώρο των μεταγγίσεων και της αιμοδοσίας με  συγκεκριμένες οδηγίες και κατευθύνσεις για το πού, πότε και πώς χρησιμοποιείται το αίμα. Ολο αυτό θα πρέπει να είναι μια κεντρική απόφαση  που πρέπει να οργανωθεί και- το κυριότερο -να επιβληθεί.  

Εν κατακλείδι, η επάρκεια και η διαχείριση αίματος πρέπει να γίνει Εθνική Προτεραιότητα αλλά και κατά μόνας ο καθένας να δείξει την ατομική ευθύνη που πρέπει. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται άμεσα η αναθεώρηση του τρόπου που διακινείται το αίμα καθώς και να υπάρχει πλήρης έλεγχος της διάθεσης και της χρήσης του.

Είναι αναγκαίο η χώρα να προετοιμαστεί για την αντιμετώπιση ελλείψεων καθώς όπως ήδη φαίνεται κράτη που δεν είχαν προβληματιστεί με το θέμα ελλείψεων, όπως για παράδειγμα η Ελβετία, την τελευταία διετία το αντιμετωπίζουν είτε λόγω Κορωνοϊού -η πλειονότητα των εθελοντών απέφευγε την επίσκεψη στα νοσοκομεία λόγω του ιού-είτε λόγω των μεταναστευτικών ροών που προκαλούν τις σχετικές αναταράξεις.

Συμπερασματικά: Τι απαιτείται για την οικοδόμηση εθνικού συστήματος αίματος

1. Πλήρης ανάπτυξη των προβλεπόμενων από τον νόμο 3402/2005 υπηρεσιών του Ε.ΚΕ.Α
2. Ανάπτυξη, εκμοντερνισμός και επανασχεδιασμός της οργανωτικής δομής των υπηρεσιών αιμοδοσίας με τελικό στόχο τον συγκεντρωτισμό των υπηρεσιών, δύο Κέντρα Αίματος (Νότιας & Βόρειας Ελλάδας ΚΕΑΝΕ/ΚΕΑΒΕ) ως υπηρεσίες του ΕΚΕΑ
3. Ολοκλήρωση ενιαίου Αιμοδοσιακού Πληροφοριακού Συστήματος (ΟΠΣ)
4. Κεντρικός σχεδιασμός εξορμήσεων από τα Κέντρα αίματος σύμφωνα με ανάγκες χώρας (κινητά συνεργεία & σταθερές αίθουσες = συλλογή εκτός νοσοκομείων)
5. Πρόγραμμα πρόβλεψης των αναγκών των Νοσοκομείων σε αίμα και παράγωγα (Forecasting + Replenishment program) και κάλυψη από τα Κέντρα (ΚΑ)
6. Συγκεντροποίηση επεξεργασίας αίματος – παραγώγισης στα Κ.Α. (+ Κρήτη)
7. Μεταφορικό έργο αιμοδοσιών (μονάδων αίματος και δειγμάτων) από τα Κ.Α.
8. Εκπόνηση σχεδίου δράσης για την προσέλκυση και διατήρηση μη αμειβόμενων εθελοντών αιμοδοτών – Προγράμματα για σχολεία (ΕΚΕΑ + ΚΑ)
9. Εκπόνηση προγράμματος για τη μείωση της κατανάλωσης αίματος και προϊόντων του
– Διαχείριση αιμοθεραπείας (Patient Blood Management) (ΕΚΕΑ + ΝΥΑ + Διοικήσεις Νοσοκομείων)
10. Εκπόνηση σχεδίου δράσης για την αξιοποίηση του παραγόμενου πλάσματος (ΕΚΕΑ + ΥΥ).