Γράφει ο Κώστας Αθανασάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ «The Health and Economic Benefits of Tackling Non-Communicable Diseases» (2026) διατυπώνει ένα εύρημα που πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά: παρά τις δεκαετίες προσπαθειών στον τομέα της δημόσιας υγείας διεθνώς, με επιτυχίες όπως η μείωση του καπνίσματος, ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ, η βελτίωση της ποιότητας του αέρα κ.ά., τα οφέλη που έχουν καταγραφεί κατά την τελευταία δεκαετία αντιρροπούνται πλήρως από την αύξηση των επιπέδων παχυσαρκίας σε σχεδόν όλες τις χώρες και την επίδραση αυτής της αύξησης στο φορτίο νοσηρότητας. Με άλλα λόγια, η πρόοδος που σημειώνεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου «ακυρώνεται» από την επιδείνωση ενός παράγοντα: του υπερβάλλοντος βάρους. Το συμπέρασμα αυτό αναδεικνύει την παχυσαρκία ως μία από τις πλέον σοβαρές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία και τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας παγκοσμίως, και καθιστά την αντιμετώπισή της ως ύψιστη προτεραιότητα για την πολιτική υγείας.

Παχυσαρκία: Oρισμένα δεδομένα για την Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η εικόνα του υπερβάλλοντος σωματικού βάρους είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, ένας στους δύο άνδρες και μία στις τρεις γυναίκες είναι υπέρβαροι, ενώ περίπου το 14% του πληθυσμού κατατάσσεται ως παχύσαρκο. Η παιδική παχυσαρκία αναδεικνύεται ως ζήτημα μείζονος σημασίας, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει σταθερά μία από τις υψηλότερες θέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, γεγονός που εγείρει σημαντικές ανησυχίες για τις επιπτώσεις στις επόμενες γενιές, αλλά και στη μελλοντική πορεία της νοσηρότητας και του συστήματος υγείας. Στους βασικούς παράγοντες που συντελούν στην επιδείνωση του προβλήματος συγκαταλέγονται η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα της Eurostat, μόλις το 49,2% των ενηλίκων καταναλώνει φρούτα ή λαχανικά καθημερινά, ποσοστό μειωμένο σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το 68% δεν γυμνάζεται συστηματικά.

Η παχυσαρκία και το φάσμα της νοσηρότητας

Η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για ένα ευρύ φάσμα σοβαρών παθήσεων. Πολυάριθμες μελέτες έχουν καταδείξει ότι τα άτομα με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, διάφορες μορφές καρκίνου, καθώς και χρόνιες παθήσεις όπως τα μυοσκελετικά προβλήματα και τα νοσήματα της ψυχικής σφαίρας. Ο συνδυασμός αυτών των συννοσηροτήτων μειώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των πασχόντων και εντείνει τη ζήτηση για (περισσότερες αλλά και συνθετότερες) υπηρεσίες υγείας, ασκώντας πρόσθετη πίεση σε ένα σύστημα που ήδη λειτουργεί υπό συνθήκες πίεσης.

Παχυσαρκία: H οικονομική διάσταση 

Η οικονομική επιβάρυνση από την παχυσαρκία στο σύστημα υγείας αλλά και τη γενικότερη συλλογική ευημερία δεν είναι αμελητέα. Σύμφωνα με δεδομένα της διεθνούς βιβλιογραφίας το συνολικό κόστος που σχετίζεται με την παχυσαρκία στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 2,59% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει τόσο άμεσες δαπάνες υγείας για την αντιμετώπιση των αιτιολογικώς σχετιζόμενων νοσημάτων, όσο και έμμεσες δαπάνες, οι οποίες αφορούν την απώλεια παραγωγικότητας λόγω απουσίας από την εργασία ή της επίδρασης της νοσηρότητας στο επίπεδο παραγωγικότητας. Σύμφωνα με προβλεπτικά υποδείγματα του ΟΟΣΑ, τα επόμενα 30 χρόνια το υπέρβαρο και η παχυσαρκία θα μειώσουν το ΑΕΠ της χώρας κατά 3,3% και θα αντιπροσωπεύουν το 8,2% της ετήσιας δαπάνης υγείας. 

Σε σχετική μελέτη ανάλυσης του κόστους των συννοσηροτήτων που συνδέονται με την παχυσαρκία σε τέσσερις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα εμφανίζει συστηματικά υψηλότερο κόστος ανά ασθενή για τις περισσότερες από αυτές (σε σύγκριση με την Τσεχία, την Ουγγαρία και την Ρουμανία). Η διαφορά αντανακλά τόσο τις τοπικές διαφορές στις τιμές όσο και το εντατικότερο υπόδειγμα φροντίδας των πασχόντων. Πρόσθετη ανάλυση μικρο-δεδομένων νοσηλείας, σε δείγμα 2,4 εκατομμυρίων εισαγωγών στην Ελλάδα, εκτιμά ότι η παχυσαρκία ευθύνεται για περίπου 100.000 νοσοκομειακές εισαγωγές ετησίως, με κυριότερες κατηγορίες έκφρασης της νοσηρότητας να αποτελούν τα ογκολογικά (34%) και τα καρδιαγγειακά (22%) επεισόδια, και συνολική νοσοκομειακή δαπάνη του τρίτου πληρωτή η οποία ανέρχεται σε 214,5 εκατομμύρια ευρώ. 

Η ανάγκη για ένα ολιστικό σχέδιο αντιμετώπισης

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, αν η Ελλάδα μπορούσε να επιτύχει τους βέλτιστους στόχους στον έλεγχο της παχυσαρκίας, θα μπορούσε, έως το 2050, να μειώσει κατά 8% την πρόωρη θνησιμότητα και κατά 4,5% τη δαπάνη υγείας, και να αυξήσει κατά 0,9% το ΑΕΠ της. Το ζήτημα όμως, χαρακτηρίζεται από υψηλή συνθετότητα. Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας απαιτεί πολυεπίπεδες πολιτικές, που στοχεύουν τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση της νόσου. Οι παρεμβάσεις χωρίζονται, εν πολλοίς, σε δύο κατηγορίες: τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις και τις παρεμβάσεις μεταβολής της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις τα κυριότερα εργαλεία περιλαμβάνουν μέτρα όπως η ρύθμιση της περιεκτικότητας τροφίμων σε ζάχαρη, αλάτι και κορεσμένα λίπη, η ισχυροποίηση της σήμανσης (front-of-pack labeling), ο περιορισμός των διαφημίσεων κ.ά.

Στις παρεμβάσεις μεταβολής συμπεριφοράς εντάσσονται η προώθηση πιο υγιεινών επιλογών μέσω «ώθησης» (nudging) στα σχολεία και τους χώρους εργασίας, καθώς και οι «φόροι υγείας», οι οποίοι επιβάλλονται σε προϊόντα με αποδεδειγμένη επίδραση στο σωματικό βάρος. Οι φόροι υγείας αποτελούν πρωτίστως ένα εργαλείο δημόσιας υγείας, ενώ, παράλληλα, μπορούν να δημιουργήσουν έσοδα τα οποία οφείλουν να αποδίδονται στο σύστημα υγείας. Παράλληλα, είναι σημαντική η εισαγωγή αντίρροπων κινήτρων, όπως οι επιδοτήσεις για «υγιεινές» καταναλώσεις (όπως, για παράδειγμα, η επιστροφή του ΦΠΑ της δαπάνης για φρούτα και λαχανικά μέσω αποδείξεων, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία που αναπτύσσει η χώρα). Η Ελλάδα σήμερα μέσω του προγράμματος Προλαμβάνω και της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας επιχειρεί να βάλει τις βάσεις για μια ολοκληρωμένη παρέμβαση κατά του ζητήματος του υπερβάλλοντος σωματικού βάρους. Η πρωτοβουλία αυτή είναι απαραίτητη και χρειάζεται να ισχυροποιηθεί, να εμπλουτιστεί και να αξιολογείται εντατικά ως προς τα αποτελέσματα, ώστε να βελτιώνεται διαρκώς.  

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αποτελεί μία από τις πλέον αποδοτικές επενδύσεις που μπορεί να κάνει ένα σύστημα υγείας: σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, για κάθε ένα ευρώ που επενδύεται σε δράσεις έναντι της παχυσαρκίας, επιστρέφουν ως όφελος στην κοινωνία άλλα τέσσερα ευρώ. Παρόλα αυτά, ωστόσο, σήμερα λιγότερο από το 4% των δαπανών υγείας στις χώρες του ΟΟΣΑ κατευθύνεται σε δραστηριότητες πρόληψης. Σε μια εποχή που η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας βρίσκεται στο επίκεντρο, η ανάδειξη της παχυσαρκίας ως πολιτικής προτεραιότητας είναι ζήτημα αναγκαιότητας. Κάθε ευρώ που επενδύεται στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας μετράει, και μπορεί να αποφέρει πολλαπλά οφέλη, τόσο για την υγεία όσο και για την οικονομία.

 

Ειδήσεις υγείας σήμερα
20ή Μαΐου- Παγκόσμια Ημέρα Αυτοάνοσης και Αυτοφλεγμονώδους Αρθρίτιδας
Κλινικές μελέτες - Παγκόσμια Ημέρα - Καθηγητής Δημόπουλος: 160 διενεργούνται στο ΕΚΠΑ
Πιέσεις για ξεκαθάρισμα των 1Β