Η φαρμακογονιδιωματική αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της σύγχρονης ιατρικής, καθώς επιτρέπει την προσαρμογή των θεραπειών με βάση το γενετικό προφίλ κάθε ασθενούς. Στόχος είναι η επιλογή της σωστής δόσης, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων, η αποφυγή σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και η ανάπτυξη πιο στοχευμένων θεραπειών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η 5-φθοριοουρακίλη (5-FU), ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο αντικαρκινικό φάρμακο. Η δράση της εξαρτάται από το ένζυμο DPD, το οποίο φυσιολογικά απενεργοποιεί την ουσία στον οργανισμό.

Ωστόσο, σε ασθενείς με γενετικές παραλλαγές του γονιδίου DPYD μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή ανεπάρκεια του ενζύμου, οδηγώντας σε επικίνδυνη τοξικότητα, ακόμη και θανατηφόρες επιπλοκές. Για τον λόγο αυτό, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) έχει ήδη συστήσει τον προληπτικό γενετικό έλεγχο πριν από τη χορήγηση 5-FU και των προφαρμάκων του, καπεσιταβίνης και τεγκαφούρης.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί στον τομέα, η γενετική δεν είναι ο μόνος παράγοντας που καθορίζει την απόκριση στη θεραπεία. Η ηλικία, το σωματικό βάρος, η λειτουργία του ήπατος και των νεφρών, καθώς και επιγενετικοί παράγοντες επηρεάζουν σημαντικά την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων. Για τον λόγο αυτό, προτείνονται πολυπαραγοντικά μοντέλα που συνδυάζουν όλα τα διαθέσιμα δεδομένα του ασθενούς.

Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, τα οποία εμπλέκονται στον μεταβολισμό πολλών φαρμάκων. Σε ορισμένες σύγχρονες θεραπείες, όπως το Mavacamten, το Eliglustat και το Siponimod, ο γενετικός έλεγχος πριν από την έναρξη της αγωγής θεωρείται πλέον απαραίτητος για τον καθορισμό της κατάλληλης δοσολογίας.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ταμοξιφαίνη, φάρμακο που χρησιμοποιείται στον ορμονοεξαρτώμενο καρκίνο του μαστού. Η ουσία μετατρέπεται μέσω του ενζύμου CYP2D6 σε έναν πιο δραστικό μεταβολίτη, την ενδοξιφαίνη.

Σε ασθενείς με μειωμένη ενζυμική δραστηριότητα, η παραγωγή του δραστικού μεταβολίτη είναι ανεπαρκής, γεγονός που μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας και να αυξήσει τον κίνδυνο υποτροπής.

Παρότι τα επιστημονικά δεδομένα ενισχύουν τη σημασία της φαρμακογονιδιωματικής, η εφαρμογή της στην καθημερινή κλινική πράξη παραμένει περιορισμένη σε πολλές χώρες. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ενσωμάτωση της γενετικής πληροφορίας στην ιατρική θα προχωρήσει σταδιακά, καθώς αναπτύσσονται πιο ολοκληρωμένα μοντέλα πρόβλεψης και νέες θεραπευτικές στρατηγικές, όπως συνδυαστικά σχήματα που περιλαμβάνουν και ενεργούς μεταβολίτες των φαρμάκων.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Οι Φυσικοθεραπευτές ζητούν την άμεση ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα
Χάπι της AstraZeneca για την παχυσαρκία φέρνει ανατροπές
Εμ. Ροηλίδης: Διεθνής διάκριση για τον καθηγητή Παιδιατρικής λοιμωξιολογίας