Περίπου 5.000 ασθενείς με λοίμωξη COVID-19 έχουν νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης από το 2020 ως σήμερα. Ο επανέλεγχος του συνόλου των ασθενών στο Ιατρείο Long COVID του νοσοκομείου για πιθανά εμμένοντα συμπτώματα, αρκετούς μήνες μετά το εξιτήριο, είναι πρακτικά ανέφικτη. Σε μια προσπάθεια να γίνει μια επιλογή αυτών που έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα εκδήλωσης μακροχρόνιας COVID, οι πνευμονολόγοι του Ιατρείου χρησιμοποίησαν ένα καινοτόμο λογισμικό που έχει αναπτύξει startup εταιρεία πληροφορικής. Μέσω αλγορίθμων μηχανικής μάθησης, αξιολογώντας στοιχεία από το προφίλ των ασθενών και δεδομένα από τη νοσηλεία τους, προβλέπει με μεγάλο βαθμό πιστότητας τους «υποψήφιους» για Long COVID ασθενείς. Το ποσοστό επιβεβαίωσης όσων είχαν βαθμονομηθεί ως υψηλής πιθανότητας να εμφανίσουν το σύνδρομο έφτασε το 83%.

Η εφαρμογή έδωσε τη δυνατότητα στους γιατρούς να κάνουν μια λεπτομερή επανεξέταση σε συνολικά 330 ασθενείς που κλήθηκαν από 3 ως 5 μήνες μετά το εξιτήριο - δηλαδή σε ένα ποσοστό περίπου 7% όσων νοσηλεύτηκαν στις κλινικές COVID - να παράσχουν την απαραίτητη αγωγή σε όσους εμφάνισαν συμπτώματα και να παραπέμψουν όσους χρειάστηκε σε γιατρούς άλλων ειδικοτήτων.

Ο υπεύθυνος του Ιατρείου Long COVID του νοσοκομείου, πνευμονολόγος, επιμελητής Α', Βασίλης Τσαούσης (φωτογραφία), μιλά στο iatronet.gr για την βραβευμένη πρωτοβουλία του νοσοκομείου και για την κρίσιμη συνεισφορά του αξιόπιστου εργαλείου.

Ποια κριτήρια λαμβάνονται υπόψη

Το Ιατρείο Long COVID που δημιουργήθηκε από το Πνευμονολογικό Τμήμα του Παπαγεωργίου και τη Γ' Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, απευθύνεται μόνο σε ασθενείς που έχουν νοσηλευτεί στις κλινικές COVID-19 του συγκεκριμένου νοσοκομείου. Οι ασθενείς δεν προσέρχονται αυτοβούλως, αλλά καλούνται από το Ιατρείο για επανεξέταση, με βάση την ιεράρχηση του κινδύνου που διατρέχουν να εμφανίσουν το σύνδρομο.

Μέσω και του Γραφείου Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων του νοσοκομείου, το Ιατρείο συνεργάστηκε με την εταιρία Collaborate Healthcare, που έχει αναπτύξει την καινοτόμα υπηρεσία αξιολόγησης. Με αλγόριθμους μηχανικής μάθησης, το εργαλείο προβλέπει ποιος έχει μικρή, μέτρια ή μεγάλη πιθανότητα νοσηλείας, με βάση κάποια δεδομένα προφίλ και νοσηλείας. Συγκεκριμένα, λαμβάνει υπόψη την ηλικία και το φύλο του ασθενούς, πιθανή παχυσαρκία και άλλα συνοδά νοσήματα, τη διάρκεια της νοσηλείας, την φαρμακευτική αγωγή που έλαβε, την υποξυγοναιμία και τις ανάγκες σε οξυγόνο, καθώς και άλλες παραμέτρους.

"Έτσι, είχαμε στα χέρια μας τη δυνατότητα να εστιάσουμε στους ασθενείς που είχαν τη μεγαλύτερη πιθανότητα και να καλέσουμε μόνο αυτούς", αναφέρει ο κ. Τσαούσης, προσθέτοντας πως το γεγονός επέτρεψε τον ενδελεχή και όχι μόνο τυπικό ιατρικό έλεγχό τους. "Ο επανέλεγχος γίνεται με ένα πρωτόκολλο πολύ εκτενούς και αναλυτικής εξέτασης, που διαρκεί μια ώρα και περιλαμβάνει αξονική τομογραφία υψηλής ευκρίνειας, σπιρομέτρηση, αναπνευστικές δοκιμασίες, συμπλήρωση ερωτηματολογίου και άλλες εξετάσεις".

Με βάση την βαθμονόμηση του λογισμικού, οι γιατροί κάλεσαν τους ασθενείς που είχαν μέτρια και υψηλή πιθανότητα εμφάνισης του συνδρόμου. Συνολικά, εξετάστηκαν 330 άτομα, σε χρονική απόσταση 3 ως 5 μηνών από το εξιτήριο, και ένα σημαντικό ποσοστό αυτών είχε κάποιο ή κάποια συμπτώματα, που επέμεναν και δεν μπορούσαν να αποδοθούν σε άλλη αιτία εκτός από τη λοίμωξη με COVID-19. Τα συνηθέστερα από αυτά ήταν χρόνιος βήχας, αίσθημα κόπωσης και καταβολής, διαταραχές στον ύπνο, άγχος και κατάθλιψη, αρθραλγίες, μυαλγίες και αρρυθμίες.

"Από τους ασθενείς που είχαν αξιολογηθεί ως υψηλής πιθανότητας, το 83% επαληθεύτηκε και τους δόθηκε η απαραίτητη υποστήριξη. Κάποιους τους παραπέμψαμε σε ψυχιάτρους, ορθοπαιδικούς και νευρολόγους, ενώ σε περίπου 15 άτομα δόθηκε ραντεβού για νέα επανεξέταση μετά από έξι μήνες", αναφέρει ο κ. Τσαούσης.

Συμπτώματα μέχρι και 16 μήνες μετά

Μια γυναίκα 55 ετών που παρακολουθείται από το Ιατρείο Long COVID παρουσιάζει συμπτώματα όπως μυϊκή αδυναμία και καταβολή, που επιμένουν 16 ολόκληρους μήνες μετά την οξεία νόσηση από κορωνοϊό. Στη βιβλιογραφεία έχουν περιγραφεί περιστατικά με εμμένοντα συμπτώματα ως και 2 χρόνια μετά, που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.

"Ευτυχώς, έχουμε μόνο ένα περιστατικό με τόσο μεγάλη διάρκεια", λέει ο κ.Τσαούσης και κάνει αναφορά στις ιδιαίτερες κοινωνικές προεκτάσεις που προκύπτουν, πέρα από την προφανή ταλαιπωρία της ασθενούς που αδυνατεί να εργαστεί. "Η γυναίκα αυτή έχει πάρει όλη την αναρρωτική άδεια που της αναλογεί, πλέον περνάει από επιτροπές, αλλά το long COVID δεν έχει κατοχυρωθεί νομικά και υπάρχει πλέον πρόβλημα βιοποριστικό. Υπάρχει μια παγκόσμια συζήτηση για το συγκεκριμένο φαινόμενο", σημειώνει.

Ορισμένοι από τους ασθενείς που κλήθηκαν για επανεξέταση είχαν ήδη απευθυνθεί σε ιδιώτες γιατρούς για συμπτώματα που επέμεναν 8 και πλέον εβδομάδες μετά την οξεία νόσηση, σύμφωνα με τον ορισμό του Long COVID. Είχαν κάνει μια σειρά εξετάσεων και είχαν λάβει φαρμακευτική αγωγή. Σύμφωνα με τον πνευμονολόγο, "κάποιες από αυτές ήταν σωστές, κάποιες άλλες όχι. Πολλές φορές γινόταν μόνο μια συμπτωματική θεραπεία που μπορούσε να ‘κουκουλώσει’ τα συμπτώματα, χωρίς όμως να λύσει το πρόβλημα".

Όπως επισημαίνει, η πρόσφατη βράβευση της πρωτοβουλίας ήταν μια αναγνώριση μιας κοπιαστικής διαδικασίας, που έγινε με πολλή προσπάθεια και εκτός ωραρίου, αλλά άξιζε τον κόπο.