Η ΒΙΑΝΕΞ ανέλαβε τη παγκόσμια παραγωγή της κλασικής ηπαρίνης της πολυεθνικής - δανέζικης - Leo και αυτό οφείλεται στην υψηλή τεχνογνωσία των εργοστασίων του ελληνικού ομίλου. Ο όμιλος για την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου project, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει επενδύσει πάνω από 10 εκατ. ευρώ σε αγορά προηγμένου τεχνολογικού εξοπλισμού τον τελευταίο ένα χρόνο. Η επένδυση αυτή αναμένεται να επιφέρει πολλαπλά οφέλη τόσο για τις εξαγωγές της χώρας, ενώ ο ελληνικός όμιλος θα αυξήσει και το ανθρώπινο δυναμικό που απασχολεί.  

Αναμφίβολα, η συγκεκριμένη συνεργασία αποτελεί αναγνώριση της δυναμικής και της τεχνογνωσίας που διαθέτει η Ελλάδα στο φάρμακο, διασφαλίζοντας παράλληλα και την επάρκεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πρώτης γραμμής θεραπεία. 

'Ηδη, η συνεργασία βρίσκεται στο στάδιο της υλοποίησης και αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία εντός του 2023.

Όπως μάθαμε στελέχη των δύο εταιρειών ήδη έχουν ενημερώσει παράγοντες της Κυβέρνησης και συγκεκριμένα από τα Υπουργεία Υγείας, Ανάπτυξης και Οικονομικών. Εξέλιξη που αντιμετωπίστηκε θετικά αναγνωρίζοντας ότι αυτό είναι το μοντέλο εξωστρέφειας που πρέπει να αναπτύξει το ελληνικό επιχειρείν. 

Ερωτηματικό παρόλα αυτά παραμένει το αν τελικά θα υπάρχουν στην Ελλάδα ηπαρίνες από τις εταιρείες που τις διαθέτουν ή θα εισάγουμε την ελληνική ηπαρίνη από το εξωτερικό μέσω του ΙΦΕΤ,  καθώς οι εγχώριες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν καταθέσει αιτήματα απόσυρσης από την ελληνική αγορά, λόγω των πολύ υψηλών clawback και rebate. 

Οι εταιρείες έχουν ενημερώσει πάνω από επτά μήνες για τον κίνδυνο έλλειψης που μπορεί να παρουσιαστεί και όλους αυτούς τους μήνες έχουν γίνει "μπαλάκι" μεταξύ των αρμόδιων φορέων.  

Παρόλα αυτά η πληροφορία είναι ότι ο υπουργός Υγείας θα αναλάβει όλο το κόστος και την ευθύνη να λύσει το "γόρδιο δεσμό" διασφαλιζοντας την πρόσβαση των ασθενών στα σωτήριο αυτό σκεύασμα και χωρίς να χρειαστεί να το εισάγει σε τριπλάσιες τιμές μέσω Τρίτων Χωρών.   

Εκκρεμούν οι ηπαρίνες 

Σημειώνεται ότι την περσινή χρονιά, η δαπάνη τους -που ήταν εκτός της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης- ήταν στα 45 εκατ. ευρώ για τον ΕΟΠΥΥ, ενώ ακόμη δεν έχουν καταβληθεί τα 13 εκατ. ευρώ για τα νοσοκομεία. Το 2020, δε, που η εν λόγω δαπάνη τους ήταν εντός της συνολικής δαπάνης, οι αναγκαστικές επιστροφές μαζί με τα rebate έφτασαν στο 34%. 

Πώς δημιουργήθηκαν παγκοσμίως οι ελλείψεις 

Τον Αύγουστο του 2019 εμφανίστηκαν στην Κίνα κρούσματα της γρίπης των χοίρων. Μια χώρα που παράγει περισσότερο από το 80% της παγκόσμιας πρώτης ύλης για την παραγωγή ηπαρίνης, με αποτέλεσμα τη θανάτωση εκατομμυρίων χοίρων. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η συρρίκνωση της προσφοράς και η εκτόξευση της τιμής της πρώτης ύλης με συνέπεια το κόστος παραγωγής να επηρεαστεί ανάλογα. Την ίδια στιγμή, η πανδημία Covid-19 αύξησε περισσότερο τη ζήτηση για ηπαρίνες αλλά και ανέδειξε καθοριστικά τη σημασία τους για το Εθνικό Σύστημα Υγείας.