Βιάστηκε να δει το φως του κόσμου, 18 ολόκληρες εβδομάδες πριν από την ώρα του, με μέγεθος μικρότερο από την παλάμη του πατέρα του. Η γέννηση στις 22 εβδομάδες κύησης βρίσκεται στο μεταίχμιο που ορίζει η επιστήμη, εκεί όπου ξεκινούν οι πρώτες λίγες πιθανότητες επιβίωσης. Έκτοτε το κοριτσάκι δίνει καθημερινές μάχες για να κρατηθεί στη ζωή στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) της Α Νεογνολογικής Κλινικής του ΑΠΘ στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, μαζί με μια προσηλωμένη επιστημονική ομάδα που δεν το αφήνει να τα παρατήσει. Περισσότερο από ένα μήνα μετά τη γέννησή του, το πρόωρο νεογνό που χαρακτηρίστηκε από τους γιατρούς ως «μικρό θαύμα», έχει κατακτήσει ήδη το πρώτο ορόσημο, την καθημερινή αγκαλιά με τη μαμά και το μπαμπά, που βιώνουν τη δική τους αγωνία. Κόντρα στις πιθανότητες που δεν είναι υπέρ τους, οι γιατροί αισιοδοξούν πως αυτό ίσως να είναι το πρώτο «22άρι» που θα καταφέρουν να παραδώσουν ασφαλές στους γονείς του, μαζί με το εξιτήριο, σε αρκετούς μήνες από σήμερα.

«Θα είμαστε περιχαρείς αν τα καταφέρουμε», λέει στο iatronet.gr ο κ. Κοσμάς Σαραφίδης, καθηγητής Παιδιατρικής – Νεογνολογίας, διευθυντής της Α Νεογνολογικής Κλινικής και ΜΕΝΝ του ΑΠΘ. Ο ίδιος εξηγεί τη μεγάλη ευθραυστότητα ενός τόσο πρόωρου νεογνού, λόγω ανωριμότητας του συνόλου των οργάνων και συστημάτων του οργανισμού του. Παράλληλα, μιλά και την αξία της μητρικής και πατρικής αγκαλιάς, της επαφής δέρμα με δέρμα, που ο ίδιος και η ομάδα του τολμούν να εφαρμόσουν από νωρίς, με πολλαπλά ευεργετικά αποτελέσματα στην υγεία του νεογνού και στο συναισθηματικό δέσιμο με τους γονείς του. 

Στο όριο της επιβίωσης

«Ένα νεογνό 22 εβδομάδων δεν είναι απλώς πρόωρο, βρίσκεται στα όρια της βιωσιμότητας σε κάποιες χώρες, με θεωρητική πιθανότητα να επιβιώσει», αναφέρει ο κ.Σαραφίδης, προσθέτοντας: «Υπάρχουν κάποια κέντρα στις ΗΠΑ και στη Σουηδία που παρουσιάζουν πολύ καλές στατιστικές για τα νεογνά των 22-23 εβδομάδων και όλοι ευνοούμαστε από αυτό, αλλά θέλω να τονίσω ότι χρειάζεται πολύ μεγάλη προσπάθεια και οι πιθανότητες επιβίωσης παραμένουν πολύ μικρές στον ελληνικό χώρο».

Όπως εξηγεί ο καθηγητής, σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει ουσιαστικά κάποιο όργανο ή σύστημα του οργανισμού που να είναι πλήρως ανεπτυγμένο. «Αρχίζοντας από τους πνεύμονες, όπου δεν έχει αναπτυχθεί η ουσία που κρατά ανοιχτούς τους πνεύμονες, ο επιφανειοδραστικός παράγοντας, περνώντας στον εγκέφαλο που είναι πάρα πολύ ευάλωτος, τους νεφρούς που δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη, το έντερο παρουσιάζει επίσης μεγάλη ευαισθησία, όπως και το καρδιακό. Και μην ξεχνάμε την ευαισθησία στις λοιμώξεις αυτών των μωρών, καθώς το ανοσιακό τους σύστημα είναι σε ανεπάρκεια», επισημαίνει.

Από τη μέρα της γέννησής του μέχρι σήμερα, το μωρό βρίσκεται διασωληνωμένο σε υψίσυχνο αερισμό, ένα μοντέλο μηχανικού αερισμού σε υψηλές αναπνευστικές συχνότητες που θεωρείται προστατευτικό για τους πνεύμονές του. 

Η πρώτη αγκαλιά

Πριν από δέκα μέρες, τρεις εβδομάδες μετά τη γέννησή του, το κοριτσάκι βρέθηκε για πρώτη φορά στην αγκαλιά της μαμάς του. «Το τολμάμε ακόμη και σε τόσο μικρά και ασταθή μωρά», υπογραμμίζει ο κ. Σαραφίδης, μιλώντας για τη φιλοσοφία της Κλινικής, που επιδιώκει την όσο το δυνατό γρηγορότερη επαφή δέρμα με δέρμα του μωρού με τους γονείς, συχνά ακόμα και με τους παππούδες του.

«Αυτό φυσικά είναι εύκολο όταν ένα μωρό δεν είναι συνδεδεμένο με σωληνάκια, αλλά σε ένα μωρό τελείως ασταθές και διασωληνωμένο έχει αρκετές προκλήσεις, ιδιαίτερα σε ένα μωρό 22 εβδομάδων, το οποίο τις πρώτες μέρες κινδυνεύει από υποθερμία», εξηγεί και συμπληρώνει: «Στο συγκεκριμένο μωρό, όταν θεωρήσαμε ότι ήταν αρκετά σταθερό και όταν το δερματάκι του είχε ωριμάσει αρκετά, το βάλαμε σε επαφή δέρμα – δέρμα με τη μαμά του και παρέμεινε έτσι για 4 ώρες. Το συνεχίζουμε έκτοτε κάθε μέρα για ένα 4ωρο με μαμά και μπαμπά». 

Τα οφέλη της επαφής δέρμα με δέρμα είναι πολλαπλά. Εκτός από τους γονείς, οι οποίοι μέσα στο τραυματικό στρες που βιώνουν βλέπουν να αποκτούν τον γονεϊκό τους ρόλο και να συμβάλλουν ουσιαστικά, το μωρό επωφελείται τόσο συναισθηματικά όσο και λειτουργικά. «Τα μωρά αποκτούν μεγαλύτερη σταθερότητα στην αναπνευστική λειτουργία, χρειάζονται λιγότερο οξυγόνο, νιώθουν μεγαλύτερη προστασία και ασφάλεια, μειωμένο στρες», αναφέρει ο καθηγητής και προσθέτει: «Το κυριότερο είναι ότι αποικίζονται με τα καλά μικρόβια που έχει το δέρμα των γονέων τους, αυτό τους βοηθάει να έχουν περισσότερα καλά μικρόβια στο έντερο, κι αυτά να υπερτερούν έναντι των κακών μικροβίων που κυκλοφορούν εξ ορισμού μέσα στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας Νεογνών. Και φυσικά, δεν γνωρίζουμε τη μακροχρόνια επίδραση που έχει το χάδι, η αγκαλιά, οι μυρωδιές από τους γονείς, οι ήχοι της καρδιάς της μαμάς ή του μπαμπά που ακούει το νεογνό, το γενικότερο περιβάλλον που δημιουργείται».

«Είναι δύσκολος αγώνας, αλλά αισιοδοξούμε»

Ο διευθυντής της πανεπιστημιακής κλινικής και ΜΕΝΝ αποφεύγει να κάνει εκτιμήσεις στην παρούσα συγκυρία για την προοπτική επιβίωσης του νεογνού. «Είναι πολύ δύσκολος ο αγώνας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε αισιόδοξοι», αναφέρει, διευκρινίζοντας πως η προσπάθεια βρίσκεται στην αρχή της. «Θα μείνει μήνες ακόμη μέσα στη ΜΕΝΝ. Αυτό το μωρό φυσιολογικά θα είχε γεννηθεί 18 εβδομάδες αργότερα, δηλαδή 4,5 μήνες μετά από την ημέρα που γεννήθηκε. Εμείς πώς μπορούμε να τρέξουμε πιο μπροστά από τη φύση;».

Όπως παρατηρεί, μέχρι σήμερα η Μονάδα έχει επιτύχει αρκετές επιβιώσεις νεογνών που γεννήθηκαν στις 23 εβδομάδες κύησης, αλλά κανένα 22 εβδομάδων. «Αν καταφέρουμε να επιβιώσει και να πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο, αυτό θα είναι το πρώτο 22άρι, με 470 γραμμάρια βάρος γέννησης και θα είμαστε ιδιαίτερα περιχαρείς», αναφέρει. Μέχρι πριν από όχι πολλά χρόνια μια τέτοια περίπτωση θεωρούνταν εξ αρχής μη βιώσιμη.

«Όταν ξεκίνησα πριν από 30 χρόνια να ασχολούμαι με τα πρόωρα νεογέννητα, μετρούσαμε πόσες μέρες θα ζήσει ένα νεογνό 1 κιλού. Σήμερα αυτά είναι αστεία πράγματα, μιλούμε για τη βιωσιμότητα παιδιών μισού κιλού. Το συγκεκριμένο γεννήθηκε ακόμη μικρότερο, 470 γραμμάρια», παρατηρεί και συμπληρώνει: «Όλα αυτά έχουν επιτευχθεί με την πρόοδο της επιστήμης, της έρευνας και της τεχνολογίας των αναπνευστήρων. Επίσης, με την καλή διάθεση και κυρίως με την επιθυμία του Τμήματος να βελτιώσει το επίπεδο φροντίδας, να υπάρχει ομοιογένεια, κοινές αρχές και διάθεση να αγωνιστούμε για να βελτιώσουμε την περιγεννητική και τη νεογνική φροντίδα στον τόπο μας και ειδικότερα στη Μονάδα όπου εργάζομαι».

Κατά μέσο όρο διεθνώς, ένα στα δέκα μωρά γεννιούνται πρόωρα, με την Ελλάδα να έχει μεγαλύτερη συχνότητα προωρότητας, σχεδόν 13%. «Ο αριθμός των εξαιρετικά πρόωρων, κάτω των 28 εβδομάδων, είναι πολύ μικρός, αλλά αυτά αποτελούν και τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη νεογνολογία», καταλήγει ο καθηγητής. 

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Σουηδία: Όχι smartphone πριν από τα 13 έτη, συστήνει η αρχή Δημόσιας Υγείας
Συνέδριο ''Η Καρδιακή Ανεπάρκεια: από το Α στο Ω''
Ενισχυτική θεραπεία για την κατάθλιψη (Μελέτη)