Ο εμβολιασμός έναντι του SARS-CoV-2 πριν από τη λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2 συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο για σύνδρομο παρατεταμένης (long) COVID-19, ενώ όσοι έπασχαν από long COVID και ακολούθως εμβολιάστηκαν δεν εμφάνισαν αλλαγές στη συμπτωματολογία τους σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης μετα-ανάλυσης.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Ροδάνθη Ελένη Συρίγου, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα δεδομένα της πρόσφατης δημοσίευσης των A. Watanabe και συνεργατών στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση Vaccine.

Τον Σεπτέμβριο του 2022, ο Atsuyuki Watanabe και συνεργάτες του από το Πανεπιστημιακό νοσοκομειακό του Tsukuba στην Ιαπωνία, μελέτησαν τις βάσεις δεδομένων PubMed και EMBASE για να εντοπίσουν προοπτικές μελέτες και μελέτες παρατήρησης που συνέκριναν ασθενείς με και χωρίς εμβολιασμό πριν από λοίμωξη με τον SARS-CoV-2.

Συμπεριλήφθηκαν επίσης μελέτες που ανέφεραν την επίδραση του εμβολιασμού σε άτομα που είχαν ιστορικό λοίμωξης με SARS-CoV-2 και έπασχαν από long COVID. Συνολικά, συμπεριελήφθησαν 6 μελέτες παρατήρησης που περιλάμβαναν 536.291 μη εμβολιασμένους και 84.603 εμβολιασμένους ασθενείς πριν από τη λοίμωξη με SARS-CoV-2 και 6 μελέτες παρατήρησης που περιλάμβαναν 8.199 ασθενείς με παρατεταμένη COVID-19 που εμβολιάσθηκαν μετά από λοίμωξη με SARS-CoV-2.

Μεταξύ των ασθενών που εμβολιάστηκαν πριν από λοίμωξη με SARS-CoV- 2, το ποσοστό των ασθενών που εισήχθησαν στη μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) για οξεία λοίμωξη COVID-19 κυμάνθηκε από 0,6% έως 6,0%. Η διάρκεια παρακολούθησης μετά από οξεία λοίμωξη COVID-19 κυμάνθηκε από 28 ημέρες έως 6 μήνες.

Μεταξύ των ασθενών που εμβολιάστηκαν μετά από λοίμωξη με SARS-CoV-2, το ποσοστό των ασθενών που εισήχθησαν στην ΜΕΘ για οξεία λοίμωξη κυμάνθηκε από 0,8% έως 2,3%. Η διάμεση διάρκεια μεταξύ της οξείας λοίμωξης COVID-19 και του εμβολιασμού έναντι του SARS-COV-2 κυμάνθηκε από 196 έως 483 ημέρες.

Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι ο εμβολιασμός με δύο δόσεις συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο για Long COVID σε σύγκριση με τους μη εμβολιασμένους ασθενείς (λόγος πιθανοτήτων [OR] 0,64) και τον μονοδοσικό εμβολιασμό (OR 0,60).

Ωστόσο, ο εμβολιασμός με μία δόση εμβολίου σε σύγκριση με τον μη εμβολιασμό δε συσχετίστηκε σημαντικά με χαμηλότερη συχνότητα Long COVID. Επιπλέον, ο εμβολιασμός με δύο δόσεις συγκριτικά με τη μη διενέργεια εμβολιασμού συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο για επίμονη κόπωση (OR 0,62) και διαταραχή της αναπνευστικής λειτουργίας (OR 0,50).

Μεταξύ των ατόμων με συμπτώματα Long COVID, το 54,4% δεν ανέφερε αλλαγές στα συμπτώματα μετά τον εμβολιασμό, ενώ το 20,3% παρουσίασε βελτίωση των συμπτωμάτων μετά από δύο εβδομάδες έως έξι μήνες από τον εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2. Ωστόσο, σημειώνεται η σημαντική ετερογένεια στα αποτελέσματα των διαφόρων μελετών.

Συμπερασματικά, παρόλο που ο εμβολιασμός πριν από τη λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2 μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο για μακροχρόνια νόσο COVID-19, οι επιπτώσεις του εμβολιασμού σε ασθενείς που ήδη πάσχουν από Long COVID χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Πηγές:
ΕΚΠΑ

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Η MSD ανταγωνίζεται την Pfizer στην αγορά εμβολίων για τον πνευμονιόκοκκο μετά την έγκριση του FDA
Πολλαπλούν μυέλωμα: Ποια είναι τα προειδοποιητικά σημάδια
"Ευαγγελισμός": Επεισόδιο μεταξύ του υποδιοικητή και γιατρών στην εφημερία