Πολλοί νέοι γιατροί στην Ελλάδα και σε παγκόσμιο επίπεδο έκαναν την ειδικότητά τους ή τα πρώτα τους βήματα ως ειδικοί στη διάρκεια της πανδημίας. Κατά πόσο αυτό ήταν βοηθητικό στην εξέλιξή τους και σε ποιο βαθμό επηρέασε την ψυχική τους υγεία;

Σύμφωνα με τον αγγειοχειρουργό, πρόεδρο του Δικτύου Νέων Γιατρών Ελλάδος και Ταμία του European Junior Doctor Association (EJD), Κωνσταντίνο Ροδίτη, η περιπέτεια του κορωνοϊού είχε πολύ αρνητική επίδραση στο κομμάτι της εκπαίδευσής τους, με εξαίρεση ορισμένες ειδικότητες με άμεση συνάφεια με την COVID-19 (Ετατικολογία, Παθολογία - Λοιμωξιολογία, Πνευμονολογία). Οι ειδικευόμενοι ή νέοι ειδικοί γιατροί των άλλων ειδικοτήτων υποχρεώθηκαν να παράσχουν βοήθεια σε συναδέλφους τους στις κλινικές COVID-19, γεγονός που άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην εκπαίδευσή τους. Δεύτερη μεγάλη επίπτωση ήταν η αύξηση των ποσοστών στρες, κατάθλιψης και burnout.

Ο κ. Ροδίτης (φωτογραφία) μιλά στο iatronet.gr στο περιθώριο του 3ο Health Festival - Πανελλήνιου Συνεδρίου Φοιτητών Ιατρικής για τη Δημόσια Υγεία, που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη και φέτος επικεντρώνεται στην Ψυχική Υγεία. Αναφέρεται στις διαστάσεις του φαινομένου και τονίζει την ανάγκη να δοθεί έμφαση στην ψυχική ενδυνάμωση των επαγγελματιών υγείας, ώστε αυτοί με τη σειρά τους να μπορούν να παράσχουν με επάρκεια τις υπηρεσίες τους στον γενικό πληθυσμό.

Το burnout των γιατρών

Δύο μεγάλες μεταναλύσεις, πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, προσδιόρισαν στο 47,3% τη μέση επίπτωση του burnout (2015) και στο 27,3% τη μέση επίπτωση της κατάθλιψης (2021) σε γιατρούς, σε παγκόσμιο επίπεδο.

"Σε ευρωπαϊκές μελέτες φαίνεται πως ενώ η επίπτωση του burnout στην Ευρώπη ήταν σε χαμηλότερα ποσοστά, κοντά στο 15% με 20%, αυξήθηκε κατά τουλάχιστον 15% μετά την πανδημία", λέει ο κ. Ροδίτης.

Οι μεταναλύσεις έδειξαν πως τόσο η κατάθλιψη όσο και το burnout εμφανίζονται συχνότερα στον γυναικείο πληθυσμό, εύρημα που έχει πολλές ερμηνείες. Η βασική είναι ότι στις περισσότερες ανεπτυγμένες κοινωνίες η γυναίκα καλείται να σηκώσει μεγαλύτερο βάρος σε κοινωνικό, οικογενειακό και επαγγελματικό επίπεδο, ενώ ο δεύτερος παράγοντας συνδέεται με τις ειδικότητες: Χειρουργική, αναισθησιολογία και παθολογικές ειδικότητες, που επιβαρύνονται περισσότερο, έχουν αυξημένη παρουσία γυναικών τα τελευταία χρόνια.

Τα μεγαλύτερα ποσοστά burnout και ψυχικής επίπτωσης εμφανίζονται, όπως είναι φυσικό, στα νοσοκομεία, αλλά κατά την περίοδο της πανδημίας υπήρξαν αυξημένα ποσοστά και σε ιδιώτες γιατρούς, ειδικά της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. "Υπήρξαν συνάδελφοι οι οποίοι ξεκίνησαν ψυχιατρική αγωγή για κατάθλιψη στην περίοδο της πανδημίας, επειδή καθημερινά είχαν το βάρος της αντιμετώπισης των ασθενών με COVID και των οικογενειών τους που επηρεάζονταν", τονίζει.

Αιτίες - αντιμετώπιση

Το burnout έχει τη μορφή ενός διαρκούς έντονου στρες στον χώρο εργασίας, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς και έχει τρεις βασικές πτυχές: α) σωματική εξάντληση β) αποστασιοποίηση γιατρού από τον ασθενή ή από τον άλλο γιατρό γ) έλλειψη αποδοτικότητας στην εργασία.

H Κλίμακα του Maslach μελετά με αντικειμενικό τρόπο αυτές τις πτυχές και βγάζει το σκορ της διάγνωσης, το οποίο στη συνέχεια πρέπει να αξιολογηθεί από επαγγελματία ψυχικής υγείας ως προς τη σταδιοποίησή του.

Στις αιτίες που προκαλούν burnout, σύμφωνα με τον κ.Ροδίτη, περιλαμβάνονται:

  • Ο φόρτος εργασίας και οι συνεχείς εφημερίες.
  • Η μη τήρηση ωραρίων εργασίας.
  • Έλλειψη συνεργατικού κλίματος και αλληλοσεβασμού.
  • φαινόμενα βίας διάφορων μορφών από μεγαλύτερους γιατρούς αλλά και μεταξύ γιατρών της ίδιας βαθμίδας.
  • Προβλήματα στη σχέση γιατρού - ασθενούς.
  • Έλλειψη υποστηρικτικών δομών σε ορισμένες χώρες.
  • Απουσία σε πολλές περιπτώσεις γιατρού εργασίας, ο οποίος και θα ανιχνεύσει τα πρώτα σημάδια.

Σε περιόδους υγειονομικών κρίσεων, όπως στην έναρξη της πανδημίας, βασική αιτία ήταν και ο φόβος της νόσησης του ίδιου του γιατρού, κυρίως σε ειδικότητες που δεν ήταν εξοικειωμένες με λοιμώδη νοσήματα. "Για παράδειγμα, ένας ακτινολόγος, δερματολόγος ή οφθαλμίατρος, που κλήθηκε να παράσχει υπηρεσίες σε αναπνευστικά νοσήματα είχε αυξημένο φόβο προς την ασθένεια, σε συνδυασμό και με την έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού, που ευτυχώς στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο έντονη όσο σε άλλες χώρες", παρατηρεί ο κ. Ροδίτης, προσθέτοντας ότι επιβαρυντικό παράγοντα αποτέλεσε και το στίγμα στην κοινωνία. "Στην πανδημία είδαμε ότι πολλοί απέφευγαν να πλησιάζουν γιατρούς, γιατί έρχονταν σε επαφή με ασθενείς. Ακόμα και μέλη της ίδιας οικογένειας κάποιες φορές ήταν αποστασιοποιμένα".

Η αντιμετώπιση του συνδρόμου είναι κατ’ αρχήν συντηρητική, με προσπάθειες αποφόρτισης από το στρες, επαφή με επαγγελματία υγείας και υποστηρικτικές δομές, διατροφή που βοηθάει στη μείωση του άγχους, ακόμα και τεχνικές γιόγκα σε διαλείμματα της εργασίας ή στο σπίτι. Σε πιο σοβαρές καταστάσεις χρειάζεται και φαρμακευτική αντιμετώπιση.

Μετανάλυση κατέδειξε πως οι θάνατοι από αυτοκτονίες είναι 1,5 φορά περισσότεροι στους γιατρούς από ό,τι στον γενικό πληθυσμό, ενώ στις γυναίκες μπορεί να φτάσει και σε διπλάσια ποσοστά. Ένας στους 100 γιατρούς έχει προσπαθήσει να βάλει τέλος στη ζωή του.

Έμφαση στην ψυχική υγεία των γιατρών

Οι νέοι γιατροί εκπέμπουν μήνυμα για την ανάγκη χάραξης κατάλληλων πολιτικών για την ενίσχυση της ψυχικής υγείας των επαγγελματιών υγείας, ώστε αυτοί με τη σειρά τους να μπορούν να βοηθήσουν αποτελεσματικά τον γενικό πληθυσμό.

"Η πανδημία αύξησε τις ανάγκες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ενώ με τη μείωση του στιγματισμού όλοι και περισσότεροι τις αναζητούν πλέον. Για να έχει το κράτος αποτέλεσμα στη μεταρρύθμιση της ψυχικής υγείας που προωθεί, πρέπει να δώσει έμβαση πρώτα απ΄όλα στην υγεία των γιατρών και του υγειονομικού προσωπικού", καταλήγει ο κ. Ροδίτης.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Σεξουαλική ζωή στα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια: Κυρίαρχα αφηγήματα και προκλήσεις
Πού θα γίνουν τη Δευτέρα δωρεάν rapid tests από τον ΕΟΔΥ
Μεγιστάνες επενδύουν τεράστια ποσά στην αντιγήρανση - Θέλουν να ζήσουν περισσότερο