Τα ινκρετινομιμητικά φαρμακα οδηγούν σε απώλεια βάρους, κυρίως επειδή οι χρήστες αισθάνονται πιο χορτάτοι και επομένως τρώνε λιγότερο. Ωστόσο, αυτό σημαίνει επίσης ότι προσλαμβάνουν λιγότερες - σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ λιγότερες - θρεπτικές ουσίες, όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες.
Οι λεγόμενες ενέσεις αδυνατίσματος με σεμαγλουτίδη, λιραγλουτίδη ή τιρζεπατίδη επηρεάζουν την απελευθέρωση ινσουλίνης, αλλά μειώνουν επίσης τα επίπεδα γλυκαγόνης, επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου και μειώνουν την όρεξη.
Κατά συνέπεια, οι χρήστες καταναλώνουν λιγότερη τροφή - και μειώνουν έτσι την ενεργειακή τους πρόσληψη κατά περίπου 16% έως 39%.
Αυτό είναι επιθυμητό για την απώλεια βάρους. Ταυτόχρονα, όμως, απορροφώνται και λιγότερα μικροθρεπτικά και μακροθρεπτικά συστατικά, κάτι που μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα εάν οι θεραπείες με βάση το GLP-1 χρησιμοποιούνται μακροπρόθεσμα.
Ωστόσο, οι ειδικοί συνιστούν μακροχρόνιες θεραπείες διάρκειας αρκετών ετών, καθώς μετά τη διακοπή της χρήσης των φαρμάκων υπάρχει κίνδυνος επαναληπτικής αύξησης του βάρους, οι ειδικοί συνιστούν μακροχρόνιες θεραπείες διάρκειας αρκετών ετών.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με έναν αγωνιστή του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1-RA), τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά πρέπει να προσλαμβάνονται με στοχευμένο τρόπο, διαφορετικά μπορεί να προκύψουν καταστάσεις ανεπάρκειας. Αυτό δεν φαίνεται να είναι τόσο σπάνιο, όπως υποδηλώνουν πρόσφατες δημοσιεύσεις.
Έτσι, σε μια μικρή μελέτη από το Τέξας με ασθενείς που προετοιμάζονταν για χειρουργική επέμβαση αντικατάστασης άρθρωσης, στο γκρουπ που είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει GLP-1-RA για απώλεια βάρους, το 38% ήταν υποσιτισμένο - έναντι 9% στην ομάδα ελέγχου.
Οι χρήστες GLP-1-RA είχαν επίσης χαμηλότερα επίπεδα αλβουμίνης και προαλβουμίνης στο αίμα, γεγονός που υποδηλώνει ανεπαρκή διατροφή και, ειδικότερα, ανεπαρκή πρόσληψη πρωτεϊνών.
Σε ακόμη μία μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Obesity Pillars, ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Scott Butsch από την Cleveland Clinic στο Κλίβελαντ αναφέρει ότι σε ποσοστό 12,7% των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 διαγνώστηκε έλλειψη θρεπτικών συστατικών μέσα στους πρώτους έξι μήνες μετά την έναρξη θεραπείας με αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1-RA).
Μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 22,4%. Η συχνότερη ανεπάρκεια αφορούσε τη βιταμίνη D, ενώ το 6% των ασθενών εμφάνισε αναιμία λόγω έλλειψης θρεπτικών στοιχείων. "Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι οι επαγγελματίες υγείας που συνταγογραφούν αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 θα πρέπει να παρακολουθούν τους ασθενείς τους για διατροφικές ελλείψεις", σημειώνουν οι συγγραφείς.
Τον βαθμό στον οποίο η θεραπεία με GLP-1-RA επηρεάζει την κατάσταση των μικροθρεπτικών συστατικών ανέδειξε πρόσφατη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Clinical Obesity" από ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον Jorge Urbina από το Πανεπιστήμιο της Γουαδαλαχάρα στο Μεξικό.
Η ανασκόπηση περιέλαβε έξι μελέτες με συνολικά 480.825 ενήλικες συμμετέχοντες. Η έλλειψη βιταμίνης D ήταν η συχνότερη διαταραχή: εμφανίστηκε στο 7,5% των ασθενών μετά από έξι μήνες θεραπείας και στο 13,6% μετά από δώδεκα μήνες.
Συχνή ήταν και η έλλειψη σιδήρου: οι χρήστες GLP-1-RA παρουσίαζαν κατά 26 έως 30% χαμηλότερα επίπεδα φερριτίνης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου που λάμβανε αναστολείς SGLT2.
Περισσότερο από το 60% των ασθενών που υποβάλλονταν σε θεραπεία με GLP-1-RA κατανάλωναν λιγότερο από τη συνιστώμενη ποσότητα ασβεστίου και σιδήρου, σύμφωνα με την ομάδα του Urbina. Η έλλειψη πρωτεΐνης και ασβεστίου συνέβαλε στην απώλεια άλιπης μάζας σώματος. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν αυξημένες περιπτώσεις ανεπάρκειας θειαμίνης (βιταμίνη Β1) και κοβαλαμίνης (βιταμίνη Β12) κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Το συμπέρασμα των συγγραφέων είναι σαφές: "Η θεραπεία με GLP-1-RA συνδέεται με σημαντικές ελλείψεις θρεπτικών συστατικών. Στοχευμένη διατροφική συμβουλευτική και εξατομικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να είναι χρήσιμες για ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο υποθρεψίας".
Στη Γερμανία, η συνταγογράφηση των συγκεκριμένων σκευασμάτων για την ένδειξη της παχυσαρκίας προβλέπεται "συμπληρωματικά σε μια υποθερμιδική διατροφή και αυξημένη σωματική δραστηριότητα".
Ωστόσο, παραμένει ασαφές σε ποιον βαθμό οι ασθενείς λαμβάνουν διατροφική καθοδήγηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας και εάν αυτή περιορίζεται μόνο στη μείωση των θερμίδων ή περιλαμβάνει και την επαρκή πρόσληψη βασικών θρεπτικών συστατικών.
Παράλληλα, όπως δείχνει πρόσφατη δημοσίευση στο Obesity Reviews, εξακολουθούν να λείπουν δομημένες διατροφικές συστάσεις για αυτή την ομάδα ασθενών. Η ισορροπημένη διατροφή, με γαλακτοκομικά προϊόντα, φρούτα και λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, σπόρους και ξηρούς καρπούς, αποτελεί συνήθως αποτελεσματική προστασία από διατροφικές ελλείψεις.
Ένας λιγότερο μελετημένος παράγοντας είναι ότι οι αγωνιστές GLP-1 δεν φαίνεται να μειώνουν μόνο την όρεξη, αλλά και το αίσθημα της δίψας. Σε πειραματικές μελέτες σε αρουραίους έχει αποδειχθεί ότι τρεις διαφορετικοί GLP-1-RA μείωσαν την πρόσληψη νερού, ανεξάρτητα από την κατανάλωση τροφής.
Μάλιστα, κατά το παρελθόν ο αγωνιστής GLP-1 ντουλαγκλουτίδη είχε διερευνηθεί ακόμη και ως πιθανή θεραπεία για την πρωτοπαθή πολυδιψία (παθολογικά αυξημένη κατανάλωση υγρών).
Ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους χρήστες, η καταστολή του αισθήματος της δίψας θα μπορούσε να οδηγήσει σε αφυδάτωση. Για τον λόγο αυτό, η επαρκής πρόσληψη υγρών θεωρείται κρίσιμη κατά τη διάρκεια μιας θεραπείας με GLP-1-RA.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Χαμόγελο και ελκυστικότητα σε άνδρες και γυναίκες - Μελέτη με ελληνική συμμετοχή
Οπιοειδή: Οι θάνατοι από νιταζένια μπορεί να είναι τριπλάσιοι από όσους καταγράφονται
Η Eli Lilly εξαγοράζει την Orna Therapeutics έναντι 2,4 δισ. δολαρίων