Μια νέα ανάλυση δείχνει ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος για καρκίνο του προστάτη με βάση την εξέταση αίματος PSA ενδέχεται να είναι παρόμοια αποτελεσματικός με το πρόγραμμα μαστογραφίας για τον καρκίνο του μαστού όσον αφορά την ανίχνευση καρκίνου και την αποφυγή υπερδιάγνωσης.

Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της European Association of Urology στο Λονδίνο και βασίζονται σε δεδομένα της μελέτης PROBASE, υπό την καθοδήγηση ερευνητών από το Γερμανικό κέντρο ερευνών για τον καρκίνο.

Με βάση τα ευρήματα, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι, δεδομένης της συγκρίσιμης αποτελεσματικότητας των δύο μορφών προσυμπτωματικού ελέγχου, είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί η απόρριψη του PSA-based screening για τον καρκίνο του προστάτη, τη στιγμή που τα οργανωμένα προγράμματα ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού υποστηρίζονται ευρέως.

Ωστόσο, επισημαίνουν ότι η σύγκριση αφορά μια κλινική μελέτη έναντι ενός καθιερωμένου πληθυσμιακού προγράμματος και αφορά δύο διαφορετικές μορφές καρκίνου.

Παρότι ο καρκίνος του μαστού και ο καρκίνος του προστάτη αποτελούν τις συχνότερες μορφές καρκίνου στις γυναίκες και στους άνδρες αντίστοιχα στην Ευρώπη, τα προγράμματα έγκαιρης ανίχνευσης διαφέρουν σημαντικά.

Τα οργανωμένα προγράμματα μαστογραφίας εφαρμόζονται στην Ευρώπη εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια, ενώ ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του προστάτη έχει καθυστερήσει, κυρίως λόγω ανησυχιών για την ακρίβεια της εξέτασης PSA και για τον κίνδυνο υπερδιάγνωσης και υπερθεραπείας.

Παρά τις επιφυλάξεις, πολλοί άνδρες υποβάλλονται σε μεμονωμένο, λεγόμενο "ευκαιριακό" έλεγχο PSA, συχνά με δική τους πρωτοβουλία.

Πολλές ευρωπαϊκές μελέτες έχουν πλέον παρουσιάσει μακροχρόνια αποτελέσματα, τα οποία δείχνουν ότι στην ομάδα που υποβλήθηκε σε screening το ποσοστό θανάτου από καρκίνο του προστάτη μειώθηκε κατά περίπου 0,22% - ποσοστό παρόμοιο με εκείνο που έχει καταγραφεί στα προγράμματα μαστογραφίας.

Στη νέα ανάλυση, οι ερευνητές συνέκριναν τη διαγνωστική ακρίβεια και το ποσοστό υπερδιάγνωσης μεταξύ των δύο μεθόδων. Για τον σκοπό αυτό αξιολόγησαν δεδομένα από 39.392 συμμετέχοντες στη μελέτη PROBASE, ηλικίας 45 έως 50 ετών, που είχαν υποβληθεί σε πρώτη εξέταση PSA.

Τα δεδομένα συγκρίθηκαν με στοιχεία από περισσότερες από 2,8 εκατομμύρια γυναίκες ηλικίας 50 έως 69 ετών που συμμετείχαν στο γερμανικό πρόγραμμα μαστογραφικού ελέγχου.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εξετάσεις PSA - όταν ακολουθούνται από μαγνητική τομογραφία - οδηγούν σε περισσότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε σχέση με τη μαστογραφία (37-42% έναντι περίπου 10%).

Παρ’ όλα αυτά, το ποσοστό ανδρών και γυναικών που παραπέμφθηκαν τελικά για βιοψία ήταν παρόμοιο (0,8 - 2,4% στους άνδρες έναντι 1,1% στις γυναίκες), καθώς στους άνδρες εφαρμόστηκε επιπλέον αξιολόγηση κινδύνου πριν από την παραπομπή.

Επιπλέον, το ποσοστό των επεμβατικών καρκίνων που εντοπίστηκαν ήταν συγκρίσιμο μεταξύ των δύο μορφών ελέγχου, ενώ το ποσοστό των αργά αναπτυσσόμενων, χαμηλού κινδύνου όγκων ήταν μόνο ελαφρώς υψηλότερο στον έλεγχο του προστάτη.

Οι ερευνητές σημειώνουν επίσης ότι σήμερα εφαρμόζεται ευρέως η λεγόμενη "ενεργή παρακολούθηση" για χαμηλού κινδύνου καρκίνους του προστάτη, κατά την οποία οι όγκοι παρακολουθούνται στενά και θεραπεία ξεκινά μόνο αν εμφανιστούν ενδείξεις εξέλιξης της νόσου. Αυτό συμβάλλει στον περιορισμό της υπερθεραπείας.

Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Sigrid Carlsson, τονίζει ότι χωρίς ένα πλήρως οργανωμένο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του προστάτη δεν είναι δυνατόν να γίνει ακριβής σύγκριση με το screening για τον καρκίνο του μαστού.

Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι τα αποτελέσματα πιθανότατα θα ήταν παρόμοια εάν ο έλεγχος PSA εφαρμοζόταν σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Το επόμενο βήμα των ερευνητών θα είναι να συγκρίνουν το κόστος ενός οργανωμένου προγράμματος screening με το κόστος του σημερινού ευκαιριακού ελέγχου PSA που πραγματοποιείται εκτός οργανωμένων προγραμμάτων.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Η παράλειψη του πρωινού συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο μεταβολικού συνδρόμου [μελέτη]
Τα κατάλληλα φαγητά για μεσημεριανό για να μην πέσει η ενέργειά σας
7 είδη έντασης βοηθούν στον χαρακτηρισμό ψυχικών διαταραχών