Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα φέρνει στο φως σημαντικές πληροφορίες για τη σχιζοφρένεια, μια ψυχική ασθένεια που πλήττει περίπου το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Τα γνωστά θετικά συμπτώματα, όπως οι ψευδαισθήσεις και οι παραληρητικές ιδέες, αντιμετωπίζονται σχετικά καλά με φαρμακευτική αγωγή.
Ωστόσο, τα γνωστικά προβλήματα - όπως δυσκολία συγκέντρωσης, προβλήματα μνήμης, κοινωνική απομόνωση και έλλειψη κινήτρου - παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτα και επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των ασθενών.
Η νέα έρευνα δείχνει ότι αυτές οι δυσκολίες μπορεί να έχουν μια σαφή βιολογική βάση: τη μείωση των συνάψεων, δηλαδή των σημείων επικοινωνίας μεταξύ των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο.
Όπως αναφέρει ο Florian Raabe από το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για την Ψυχιατρική, "'οσο πιο λίγες οι συνάψεις σε επίπεδο κυττάρου, τόσο πιο έντονα είναι τα γνωστικά προβλήματα".
Για να καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα, οι επιστήμονες συνδύασαν δεδομένα από περισσότερους από 400 ασθενείς και υγιή άτομα ελέγχου.
Χρησιμοποιήθηκαν MRI, EEG και γνωστικά τεστ, ενώ παράλληλα αναλύθηκαν νευρικά κύτταρα που δημιουργήθηκαν από βλαστοκύτταρα 80 δότες.
Η ταυτόχρονη ανάλυση κλινικών και κυτταρικών δεδομένων επέτρεψε να φανεί για πρώτη φορά η άμεση σύνδεση μεταξύ της κυτταρικής μείωσης συνάψεων και των πραγματικών γνωστικών προβλημάτων των ασθενών.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι γενετικοί παράγοντες μπορεί να ευθύνονται για την μειωμένη πυκνότητα των συνάψεων, ενώ οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επιδεινώσουν τα προβλήματα.
Αυτό εξηγεί γιατί οι γνωστικές διαταραχές ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών και γιατί η νόσος εμφανίζεται διαφορετικά σε κάθε περίπτωση.
Η σημασία της μελέτης δεν περιορίζεται μόνο στην κατανόηση της ασθένειας, παρά ανοίγει τον δρόμο για πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες θεραπείες.
Η διαδικασία είναι σχετικά απλή και ανώδυνη, καθώς χρησιμοποιεί βλαστοκύτταρα από ένα απλό δείγμα αίματος, που στη συνέχεια μετατρέπονται σε νευρικά κύτταρα για να μελετηθεί η συνδεσμολογία τους.
Με αυτόν τον τρόπο, οι γιατροί μπορούν στο μέλλον να προβλέπουν ποια θεραπεία θα έχει μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας για κάθε ασθενή, συνδέοντας τη βασική έρευνα άμεσα με την κλινική πράξη.
Συνολικά, η μελέτη φέρνει στο φως μια νέα διάσταση της σχιζοφρένειας: η γνώση των κυτταρικών συνδέσεων δεν είναι πια θεωρητική, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αλλάξει πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων που πάσχουν από τη νόσο.
Η βιολογία φαίνεται να δίνει απαντήσεις σε χρόνια αναπάντητα ερωτήματα και ανοίγει το δρόμο για μια πιο εξατομικευμένη ιατρική προσέγγιση.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Συχνά λάθη κατά τη μεσογειακή διατροφή
Μαρτυρία: Ζώντας με απινιδωτή από την ηλικία των 29 ετών
Άσκηση στην εγκυμοσύνη και τον θηλασμό: Πολύτιμη σύμμαχος για μητέρα και παιδί