Η επίδραση του φύλου στην ογκολογία αποτελεί ένα πεδίο αυξανόμενου επιστημονικού ενδιαφέροντος, καθώς αναγνωρίζεται ότι βιολογικοί, ανοσολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες διαφοροποιούνται ουσιαστικά μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Παρά τις συστάσεις διεθνών οργανισμών, όπως το NIH (US National Institutes of Health)  και ο FDA, για συστηματική ανάλυση των αποτελεσμάτων των κλινικών μελετών ανά φύλο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά γνώσης όσον αφορά την ανεξάρτητη προγνωστική αξία του φύλου τόσο στην επιβίωση όσο και στην τοξικότητα των αντικαρκινικών θεραπειών.

Οι περισσότερες σύγχρονες μελέτες επικεντρώνονται στη διαφοροποίηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης μεταξύ των φύλων, ενώ η καθαρά προγνωστική επίδραση του φύλου, ανεξάρτητα από το είδος της θεραπείας, παραμένει λιγότερο μελετημένη.

Στο πλαίσιο αυτό, μια μετα-ανάλυση ατομικών δεδομένων ασθενών (individual participant data, IPD) από κλινικές μελέτες φάσης II–III που υποστήριξαν εγκρίσεις αντικαρκινικών φαρμάκων από τον FDA την περίοδο 2011–2021, που δημοσιεύτηκε στο Journal of the National Cancer Institute επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό.

Η χρήση IPD επιτρέπει ακριβέστερη προσαρμογή για διάφορους παράγοντες και ταυτόχρονη αξιολόγηση πολλαπλών εκβάσεων, προσφέροντας υψηλής ποιότητας αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με αναλύσεις βασισμένες σε συγκεντρωτικά δεδομένα.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δρ Μαρία Καπαρέλου (παθολόγος - ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής - Ογκολογίας - Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι η ανάλυση περιέλαβε συνολικά 20.806 ασθενείς από 39 τυχαιοποιημένες μελέτες που αφορούσαν προχωρημένους ή μεταστατικούς συμπαγείς όγκους σε 12 διαφορετικούς τύπους καρκίνου.

Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το γυναικείο φύλο σχετίζεται με σημαντικά καλύτερη συνολική επιβίωση (overall survival, OS), με μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 21%, καθώς και με βελτιωμένη επιβίωση χωρίς πρόοδο νόσου (progression-free survival, PFS), με μείωση κινδύνου κατά 16%.

Τα ευρήματα αυτά ήταν συνεπή σε διαφορετικούς τύπους καρκίνου και θεραπευτικές προσεγγίσεις, χωρίς στατιστικά σημαντική ετερογένεια μεταξύ των υποομάδων.

Αντίθετα, το γυναικείο φύλο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (grade ≥3 adverse events), με αύξηση κατά 12%. Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει προηγούμενες παρατηρήσεις από φαρμακοεπαγρύπνηση και κλινικές μελέτες, υποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες ενδέχεται να εμφανίζουν υψηλότερη τοξικότητα από αντικαρκινικές θεραπείες, πιθανώς λόγω διαφορών στη φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το πλεονέκτημα επιβίωσης των γυναικών διατηρείται παρά την αυξημένη τοξικότητα. Αυτό υποδηλώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των φύλων δεν περιορίζονται μόνο στην ανοχή της θεραπείας, αλλά ενδέχεται να αντικατοπτρίζουν βαθύτερους βιολογικούς μηχανισμούς, όπως διαφοροποιήσεις στην ανοσολογική απόκριση, στις ορμονολογικές διαφορές ή στη μοριακή βιολογία των όγκων. Επιπλέον, κοινωνικοί και συμπεριφορικοί παράγοντες, όπως η πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη ή η συμμόρφωση στη θεραπεία, ενδέχεται επίσης να συμβάλλουν.

Παρά τη μεγάλη ισχύ της μελέτης, πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένοι περιορισμοί. Πρόκειται για μετα-ανάλυση συσχετίσεων και όχι αιτιότητας, ενώ παραμένει πιθανή η επίδραση μη μετρηθέντων άλλων παραγόντων, όπως συννοσηρότητες, μοριακά χαρακτηριστικά όγκων ή επίπεδα έκθεσης στα φάρμακα.

Επιπλέον, το φύλο καταγράφηκε ως δυαδική μεταβλητή (άνδρας/γυναίκα), χωρίς πληροφορίες για ορμονική κατάσταση ή ταυτότητα φύλου. Τέλος, η υπερεκπροσώπηση συγκεκριμένων τύπων καρκίνου (όπως NSCLC, μελάνωμα και κολοορθικός καρκίνος) ενδέχεται να περιορίζει τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.

Συνολικά, η παρούσα μελέτη αποτελεί τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα ανάλυση IPD που αξιολογεί τη σχέση φύλου με την πρόγνωση στην ογκολογία. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της ενσωμάτωσης του φύλου ως ανεξάρτητου προγνωστικού παράγοντα στην κλινική πράξη, με πιθανές επιπτώσεις στη στρωματοποίηση κινδύνου, στη βελτιστοποίηση δοσολογίας και στην εξατομικευμένη ενημέρωση των ασθενών. Παράλληλα, αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα που θα διερευνήσει τους υποκείμενους μηχανισμούς και θα ενισχύσει την εφαρμογή της εξατομικευμένης ιατρικής στην ογκολογία.

Πηγές:
ΕΚΠΑ

Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΣΦΕΕ: Απογοήτευση από την αγνόηση των αιτημάτων για βελτίωση των κινήτρων προσέλκυσης περισσότερων κλινικών μελετών
Η Sensodyne Clinical White αναδείχθηκε ‘’Προϊόν της Χρονιάς 2026’’
Περιφερική αρτηριοπάθεια: Διάγνωση και σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές