Η ιατρική, ιστορικά θεμελιώθηκε πάνω στην εμπιστοσύνη, στην επιστημονική τεκμηρίωση και στην αρχή ότι το συμφέρον του ασθενούς προηγείται κάθε άλλου κινήτρου. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, η συνεχής διείσδυση οικονομικών, εμπορικών και επικοινωνιακών μηχανισμών στον χώρο της υγείας έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο η ιατρική πράξη κινδυνεύει να μετατραπεί από λειτούργημα σε ανταγωνιστικό «προϊόν».
Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα· αποτελεί διεθνές πρόβλημα και περιγράφεται πλέον εκτενώς στη βιβλιογραφία με όρους όπως medical commercialization, overmedicalization, overdiagnosis και overtreatment. Η σύγχρονη ιατρική, παρά την εντυπωσιακή πρόοδο της τεχνολογίας και της επιστήμης, αντιμετωπίζει σήμερα έναν παράδοξο κίνδυνο: να παρέχει περισσότερες παρεμβάσεις χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της πραγματικής υγείας των ασθενών.
Η αυξανόμενη χρήση διαγνωστικών τεχνολογιών, η επέκταση των ορίων του «φυσιολογικού» και η επιρροή εμπορικών συμφερόντων έχουν συνδεθεί διεθνώς με υπερδιάγνωση και υπερθεραπεία, φαινόμενα που μπορεί να οδηγήσουν όχι μόνο σε οικονομική επιβάρυνση αλλά και σε πραγματική βλάβη των ασθενών.
Στην Ελλάδα, όπου η αξιολόγηση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας παραμένει περιορισμένη και οι μηχανισμοί διαφάνειας συχνά ανεπαρκείς, η εμπορευματοποίηση της ιατρικής αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Η απουσία δημόσια προσβάσιμων δεικτών ποιότητας, η αδυναμία συστηματικού ελέγχου αποτελεσμάτων και η αυξανόμενη εξάρτηση από τη μιντιακή προβολή δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η αναγνωρισιμότητα συχνά υπερισχύει της τεκμηριωμένης ποιότητας.
Από την επιστημονική αξιολόγηση στο “medical branding”
Στη σύγχρονη εποχή, η δημόσια εικόνα του γιατρού διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο μέσω:
- τηλεοπτικών εμφανίσεων,
- διαδικτυακών άρθρων,
- χορηγούμενων δημοσιεύσεων,
- social media,
- και επαναλαμβανόμενης ψηφιακής παρουσίας.
Το κοινό συχνά αντιλαμβάνεται αυτές τις παρουσίες ως ουδέτερη επιστημονική ενημέρωση, χωρίς να γνωρίζει ότι σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται για πληρωμένη προβολή ή χορηγούμενο περιεχόμενο. Έτσι δημιουργείται μια «γκρίζα ζώνη» μεταξύ επιστημονικής ενημέρωσης και προσωπικού marketing.
Η συχνή δημόσια παρουσία μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως τεκμήριο επιστημονικής υπεροχής, παρότι δεν συνοδεύεται απαραίτητα από:
- αξιολόγηση αποτελεσμάτων,
- πιστοποιημένη ποιότητα,
- ερευνητική δραστηριότητα,
- ή αντικειμενικούς δείκτες κλινικής επάρκειας.
Σε περιβάλλοντα όπου απουσιάζουν δημόσια διαθέσιμα δεδομένα ποιότητας, η επανάληψη της παρουσίας και η αναγνωρισιμότητα κινδυνεύουν να λειτουργούν ως υποκατάστατα της πραγματικής αξιολόγησης.
Η διεθνής βιβλιογραφία έχει ήδη επισημάνει ότι η αυξανόμενη εμπορευματοποίηση της γυναικείας υγείας, σε συνδυασμό με το λεγόμενο “FemTech marketing”, μπορεί να ενισχύσει την ιατρικοποίηση φυσιολογικών καταστάσεων, την υπερδιάγνωση και την υπερθεραπεία.
Η απουσία διαφάνειας και αντικειμενικών δεικτών ποιότητας
Σε αρκετά συστήματα υγείας του εξωτερικού, οι ασθενείς έχουν πρόσβαση σε:
- δείκτες θνησιμότητας,
- ποσοστά επιπλοκών,
- audit δεδομένα,
- accreditation reports,
- και αξιολογήσεις ποιότητας μονάδων και υπηρεσιών.
Αντίθετα, στην ελληνική πραγματικότητα, ο ασθενής σπάνια έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει αντικειμενικά:
- την εμπειρία,
- την εξειδίκευση,
- ή τα πραγματικά αποτελέσματα ενός γιατρού ή μιας κλινικής.
Έτσι, οι αποφάσεις συχνά βασίζονται:
- στη φήμη,
- στη μιντιακή προβολή,
- στις προσωπικές γνωριμίες,
- ή στην επιθετική διαφήμιση.
Αυτό δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο στρέβλωσης της ιατρικής αγοράς, καθώς η ανταγωνιστικότητα μπορεί να βασίζεται περισσότερο στην προβολή παρά στην ποιότητα της φροντίδας.
Συγκρούσεις συμφερόντων και “referral economy”
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της εμπορευματοποίησης της ιατρικής είναι η δημιουργία συγκρουόμενων συμφερόντων στις παραπομπές ασθενών.
Έχουν κατά καιρούς αναφερθεί πρακτικές οικονομικών ανταλλαγμάτων ή άτυπων «προμηθειών» για παραπομπές προς:
- ιδιωτικά κέντρα,
- διαγνωστικές εξετάσεις,
- μεταξύ γιατρών ίδιων ή και και διαφορετικών ειδικοτήτων
- χειρουργικές επεμβάσεις,
- ή μονάδες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Τέτοιες πρακτικές:
- αυξάνουν το οικονομικό κόστος για τον ασθενή,
- αλλοιώνουν την αντικειμενικότητα της ιατρικής κρίσης,
- και ενδέχεται να επηρεάζουν την επιλογή του ειδικού ή του κέντρου όχι με βάση την ποιότητα αλλά το οικονομικό όφελος.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η παραπομπή κινδυνεύει να πάψει να αποτελεί πράξη επιστημονικής συνεργασίας και να μετατραπεί σε οικονομική συναλλαγή.
Οι συνέπειες για τη γυναικεία υγεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικές:
- αχρείαστες χειρουργικές επεμβάσεις,
- υπερβολική χρήση διαγνωστικών εξετάσεων,
- άσκοπες ορμονικές θεραπείες,
- ή μη τεκμηριωμένες παρεμβάσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η διεθνής βιβλιογραφία έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η υπερδιάγνωση και η υπερθεραπεία αποτελούν πλέον σημαντικό πρόβλημα ποιότητας στη σύγχρονη ιατρική.
Η υποβάθμιση της συνεργατικής ιατρικής
Η σύγχρονη ιατρική βασίζεται ολοένα περισσότερο στην εξειδίκευση και στη συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών υγείας. Παρ’ όλα αυτά, σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, η παραπομπή για δεύτερη γνώμη ή η αναζήτηση εξειδικευμένης εκτίμησης μπορεί λανθασμένα να εκλαμβάνεται ως «απώλεια ασθενούς».
Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην εξειδικευμένη υπερηχογραφική απεικόνιση στη γυναικολογία και στην εμβρυομητρική ιατρική, όπου:
- η επιβεβαίωση δύσκολων διαγνώσεων,
- η αναζήτηση expert opinion,
- ή η παραπομπή σε εξειδικευμένα κέντρα,
δεν ενσωματώνονται πάντα στην καθημερινή κουλτούρα της κλινικής πρακτικής.
Η απουσία συστηματικών μηχανισμών:
- peer review,
- audit,
- πιστοποίησης διαγνωστικής ακρίβειας,
- και αξιολόγησης αποτελεσμάτων,
περιορίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής αυτοβελτίωσης.
Σε ένα υγιές επιστημονικό περιβάλλον, η δεύτερη γνώμη δεν θα έπρεπε να θεωρείται απειλή, αλλά στοιχείο ποιοτικής και ασφαλούς ιατρικής φροντίδας.
Εκπαίδευση, συνέδρια και η ψευδαίσθηση της επιστημονικής εξέλιξης
Η συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση αποτελεί βασικό πυλώνα της σύγχρονης ιατρικής. Ωστόσο, η συμμετοχή σε συνέδρια ή σεμινάρια δεν συνεπάγεται απαραίτητα πραγματική αναβάθμιση γνώσεων και δεξιοτήτων.
Συχνά παρατηρείται:
- επανάληψη παλαιών παρουσιάσεων,
- περιορισμένη κριτική αξιολόγηση περιεχομένου,
- υπερβολική έμφαση στην προσωπική προβολή,
- και περιορισμένη εστίαση στη μεταφορά πρακτικών δεξιοτήτων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η συνεχής δημόσια παρουσία ενδέχεται να λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο δημιουργίας δικτύου παραπομπών μεταξύ των ιατρών παρά ως ουσιαστική επιστημονική συμβολή.
Η διεθνής συζήτηση γύρω από το “too much medicine” έχει ήδη επισημάνει ότι η υπερβολική ιατρικοποίηση και η εμπορική πίεση μπορούν να επηρεάσουν:
- την εκπαίδευση,
- τις κατευθυντήριες οδηγίες,
- και τελικά την ίδια την κλινική κρίση.
Η ανάγκη επιστροφής στην τεκμηριωμένη ιατρική και στην ανθρωποκεντρική φροντίδα των ασθενών (evidence-based και patient-centered medicine)
Η αντιμετώπιση της εμπορευματοποίησης της ιατρικής δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε καταγγελίες ή ηθικές εκκλήσεις. Απαιτούνται συστημικές αλλαγές:
- ενίσχυση της διαφάνειας,
- αντικειμενική αξιολόγηση ποιότητας,
- υποχρεωτική συνεχιζόμενη εκπαίδευση,
- ανάπτυξη κουλτούρας peer review,
- και ενίσχυση της shared decision making δηλαδή της ολοκληρωμένης πληροφόρησης των ασθενών με τεκμηριωμένη συναίνεση για ιατρικές πράξεις αλλά και ιατρικές αποφάσεις , μεταξύ γιατρού και ασθενούς.
Η τεκμηριωμένη ιατρική αλλά και η ανθρωποκεντρική φροντίδα για το όφελος των ασθενών (evidence-based medicine και η patient-centered care) δεν αποτελούν θεωρητικές έννοιες· είναι μηχανισμοί προστασίας τόσο του ασθενούς όσο και της ίδιας της αξιοπιστίας της ιατρικής. Γι ‘αυτό, όλοι θα πρέπει να συμβάλουν, οι ασθενείς να είναι πιο απαιτητικοί και να σωστά εκπαιδευμένοι και ενημερωμένοι, αλλά και οι οργανισμοί ελέγχου του κράτους και οι επιστημονικές εταιρείες να αναθεωρήσουν ποιο είναι το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο ιατρικής πράξης και ιατρικής εκπαίδευσης και συνέχισης της ενημέρωσης των ιατρών για το οποίο να διασφαλιστεί η ασφάλεια των ασθενών πρώτα.
Επίλογος
Η ιατρική δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά με όρους αγοράς, προβολής και ανταγωνισμού. Όταν η οικονομική επιβίωση, το branding και η μιντιακή αναγνωρισιμότητα υπερισχύουν της επιστημονικής ποιότητας, διαβρώνεται η ίδια η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή.
Η υπεράσπιση της ποιοτικής, τεκμηριωμένης και συνεργατικής ιατρικής δεν αποτελεί νοσταλγία για το παρελθόν· αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για το μέλλον της υγείας.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Brodersen J, Schwartz LM, Heneghan C, et al. Overdiagnosis: what it is and what it isn’t. BMJ Evid Based Med. 2018.
- Heath I. Overdiagnosis: when good intentions meet vested interests. BMJ. 2013.
- Kühlein T, Macdonald H, Kramer B, et al. Overdiagnosis and too much medicine in a world of crises. BMJ. 2023.
- Armstrong N. Overdiagnosis and overtreatment as a quality problem. BMJ Qual Saf. 2018.
- Copp T, Gram E, Smith J, et al. How under-recognition, femtech and social media are leading to inappropriate medicalisation of women’s health. BMJ Evid Based Med. 2025.
- Welch HG. Overdiagnosis and mammography screening. BMJ. 2009.
- Brodersen J, Kramer BS, Macdonald H, et al. Focusing on overdiagnosis as a driver of too much medicine. BMJ. 2018.
- WHO. Good governance for medicines: model framework. World Health Organization.
Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Μπορώ να αυξήσω τη μυϊκή μου μάζα με γυμναστική στο σπίτι;
ΕΟΔΥ για την Ημέρα κατά του Καπνίσματος: Συμβουλευτική υποστήριξη μέσω της φωνητικής πύλης 1135
31 Μαΐου: Παγκόσμια Ημέρα Κατά του Καπνίσματος - Καμπάνια ενημέρωσης από το ΕΛΙΚΑΡ