Το υπουργείο Εσωτερικών υπέβαλε στην Αρχή σχέδιο διάταξης για τη χρήση βιομετρικών δεδομένων σε δημόσιους φορείς, με το οποίο προβλέπεται βιομετρική ταυτοποίηση και καταγραφή της φυσικής παρουσίας των δημοσίων υπαλλήλων κατά την προσέλευση και αποχώρησή τους από τον χώρο εργασίας ή από χώρους αυξημένης ασφάλειας.
Η Αρχή, με τη Γνωμοδότηση 4/2026 της Ολομέλειας, έκρινε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση, υπό την παρούσα μορφή της, δεν είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) και το ενωσιακό δίκαιο και δεν θα πρέπει να υιοθετηθεί.
Ως βιομετρικές μέθοδοι νοούνται οι τεχνικές πιστοποίησης της ταυτότητας των φυσικών προσώπων μέσω ανάλυσης σταθερών χαρακτηριστικών τους. Οι βιομετρικές μέθοδοι μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο κατηγορίες:
- στις τεχνικές που στηρίζονται στην ανάλυση φυσικών ή γενετικών χαρακτηριστικών (όπως δακτυλικών αποτυπωμάτων, γεωμετρίας της παλάμης, ανάλυσης της κόρης του ματιού, των χαρακτηριστικών του προσώπου, του DNA) και
- στις τεχνικές που στηρίζονται στην ανάλυση συμπεριφοράς (όπως υπογραφής, φωνής, τρόπου πληκτρολόγησης).
Ως γενετικά δεδομένα θα πρέπει να οριστούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τα κληρονομημένα ή αποκεκτημένα γενετικά χαρακτηριστικά ενός φυσικού προσώπου τα οποία προκύπτουν από την ανάλυση βιολογικού δείγματος του εν λόγω φυσικού προσώπου, ιδίως από χρωμοσωμική ανάλυση δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) ή ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA) ή από την ανάλυση άλλου στοιχείου που επιτρέπει την απόκτηση ισοδύναμων πληροφοριών.
Στην περίληψη της γνωμοδότησης, λοιπόν, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων αναφορικά με το αίτημα του Υπουργείου Εσωτερικών τονίζεται ότι:
"Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ούτε η ύπαρξη ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος ούτε η απόλυτη αναγκαιότητα της επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχουν προηγουμένως εξεταστεί και τεκμηριωμένα απορριφθεί λιγότερο παρεμβατικά μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού. Περαιτέρω, η καθολική και χωρίς διάκριση εφαρμογή του μέτρου στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων συνιστά δυσανάλογη και υπέρμετρη επέμβαση στα δικαιώματα, καθώς συνεπάγεται γενικευμένη επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων χωρίς διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.
Επιπλέον, η ρύθμιση δεν πληροί τις απαιτήσεις της αρχής του περιορισμού του σκοπού, δεδομένου ότι συγχωνεύει ετερογενείς σκοπούς χωρίς σαφή και διακριτό προσδιορισμό και χωρίς αυτοτελή αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας για καθέναν από αυτούς. Ακόμα, η προσκομισθείσα μελέτη εκτίμησης αντικτύπου παρουσιάζει ελλείψεις και δεν τεκμηριώνει επαρκώς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του μέτρου.
Τέλος, η Αρχή επισημαίνει ότι η χρήση βιομετρικών δεδομένων μπορεί να εξεταστεί μόνο κατ’ εξαίρεση ως μέτρο ultima ratio υπό αυστηρές και περιοριστικά καθορισμένες προϋποθέσεις και κατόπιν πλήρους τεκμηρίωσης, ενώ η προτεινόμενη από το ΥΠΕΣ εναλλακτική λύση δεν συνοδεύεται από επαρκώς συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη κανονιστική πρόβλεψη που να επιτρέπει την αξιολόγηση της συμβατότητάς της με τον ΓΚΠΔ.
Εστιάζοντας στην απόφαση και ειδικότερα σε σημεία αυτής, αναφέρεται ότι ''Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 ΓΚΠΔ, η επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων, ως δεδομένων που εντάσσονται στις ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων, απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, λόγω της ιδιαίτερης φύσης τους και των αυξημένων κινδύνων που συνεπάγεται η επεξεργασία τους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων. Κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ ΓΚΠΔ, η επεξεργασία αυτή επιτρέπεται μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά αυστηρές προϋποθέσεις, και, ιδίως, όταν είναι απολύτως αναγκαία για λόγους ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος, βάσει δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, το οποίο πρέπει να προβλέπει τη σχετική επεξεργασία και να καθορίζει το πεδίο και τους όρους εφαρμογής της. Η έννοια του «ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος» ερμηνεύεται στενά και δεν ταυτίζεται με γενικούς ή ευρύτερους σκοπούς δημόσιας πολιτικής, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένου, σοβαρού και επαρκώς τεκμηριωμένου δημοσίου συμφέροντος, ικανού να δικαιολογήσει την κατ’ εξαίρεση άρση της ως άνω αρχής της απαγόρευσης. Περαιτέρω, η απαίτηση της «απολύτως αναγκαίας» επεξεργασίας συνεπάγεται ότι η προσφυγή σε βιομετρικά δεδομένα είναι επιτρεπτή, μόνο εφόσον αποδεικνύεται, βάσει συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων στοιχείων, ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με λιγότερο παρεμβατικά μέσα και η έκταση της επεξεργασίας περιορίζεται αυστηρά στο αναγκαίο μέτρο. Στο πλαίσιο αυτό, η διάταξη του ως άνω άρθρου 9 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ ΓΚΠΔ συνιστά εξαιρετική ρήτρα και πρέπει να εφαρμόζεται υπό αυστηρή ερμηνεία, σύμφωνα με τη γενική αρχή ότι οι παρεκκλίσεις από την προστασία των προσωπικών δεδομένων και οι περιορισμοί των σχετικών δικαιωμάτων επιτρέπονται μόνον στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίοι. Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι επικαλούμενοι από το ΥΠΕΣ σκοποί της προτεινόμενης ρύθμισης, συνιστούν πράγματι θεμιτές επιδιώξεις δημόσιας πολιτικής και ανάγονται στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης".
Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί συστηματική εφαρμογή και αξιολόγηση λιγότερο παρεμβατικών μέτρων (όπως, για παράδειγμα, ηλεκτρονικά παρουσιολόγια, προσωποποιημένες κάρτες, διοικητικοί έλεγχοι κοκ). Η παράλειψη διερεύνησης και τεκμηριωμένης απόρριψης τέτοιων ηπιότερων μέσων καθιστά αδύνατη τη διαπίστωση ότι η προσφυγή σε βιομετρικά δεδομένα αποτελεί το έσχατο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ) έχει επανειλημμένως κρίνει ότι παρεκκλίσεις από την προστασία των προσωπικών δεδομένων και περιορισμοί των συναφών δικαιωμάτων πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενά και να επιτρέπονται μόνο στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι η απαίτηση της αναγκαιότητας προϋποθέτει ότι η επίμαχη επέμβαση περιορίζεται αυστηρά στο αναγκαίο και δεν υπερβαίνει τα όρια αυτού, ενώ πρέπει να αποδεικνύεται ότι δεν υφίστανται άλλα αποτελεσματικά και λιγότερο παρεμβατικά μέσα".
Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι "η υπό εξέταση προτεινόμενη καθολική και υποχρεωτική χρήση βιομετρικών δεδομένων στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας μετατρέπει τη σωματική ταυτότητα των εργαζομένων σε διαρκές μέσο ελέγχου και επιτήρησης, εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης, ανεξαρτήτως συγκεκριμένων ενδείξεων ή πραγματικής ανάγκης. Η ένταση της επέμβασης αυτής υπερβαίνει τα ανεκτά όρια που τίθενται από το ενωσιακό δίκαιο και οδηγεί σε ουσιώδη προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως ενόψει της καθολικότητας και της υποχρεωτικότητας του μέτρου. Συναφώς, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι μέτρα τα οποία συνεπάγονται γενικευμένη και χωρίς διάκριση παρακολούθηση δύνανται, λόγω της έκτασης και της σοβαρότητας της επέμβασης που επιφέρουν, να θίγουν την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.Κατά συνέπεια, η επίμαχη ρύθμιση, υπό την παρούσα μορφή της, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τον πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".
Πηγές:
www.dpa.gr
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Δ. Ματθαίος: Τρία ελπιδοφόρα νέα στη μάχη κατά του καρκίνου
Ειδικοί ΕΚΠΑ: Επανάσταση η πρόσφατη μελέτη για θεραπεία καρκίνου του παγκρέατος
'Aσχημα τα μαντάτα