Τα σύγχρονα φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας επιτυγχάνουν εντυπωσιακή απώλεια βάρους και προσφέρουν σημαντικά οφέλη για την υγεία, ωστόσο η επίδρασή τους στην ποιότητα ζωής των ασθενών φαίνεται να είναι περιορισμένη.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μεγάλης δικτυακής μετα-ανάλυσης που δημοσιεύθηκε στο BMJ, στην οποία συγκρίθηκαν 19 εγκεκριμένες ή υπό ανάπτυξη φαρμακευτικές θεραπείες.
Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από ερευνητική ομάδα υπό τον Sheyu Li του οργανισμού MAGIC Evidence Ecosystem Foundation στο Όσλο, ανέλυσε δεδομένα από 262 κλινικές μελέτες με συνολικά 99.791 συμμετέχοντες και διάρκεια παρακολούθησης από 12 έως 172 εβδομάδες. Εκτός από τη μεταβολή του σωματικού βάρους, αξιολογήθηκαν ακόμη 23 κλινικοί δείκτες.
Τα καλύτερα αποτελέσματα στην απώλεια βάρους κατέγραψε η τιρζεπατίδη, με μέση μείωση 14,9% του σωματικού βάρους, ενώ ακολούθησε το CagriSema με 14,8%. Το CagriSema, που δεν έχει ακόμη εγκριθεί, συνδυάζει τη σεμαγλουτίδη με το ανάλογο αμυλίνης - καγκριλιντίδη και χορηγείται μία φορά την εβδομάδα.
Κλινικά σημαντική απώλεια βάρους παρατηρήθηκε επίσης με την από του στόματος σεμαγλουτίδη (-10,9%), την ορφοργλιπρόνη (-9,9%), την ενέσιμη σεμαγλουτίδη (-9,8%) και τον συνδυασμό φαιντερμίνης/τοπιραμάτης (-8,1%).
Αντίθετα, φάρμακα όπως η λιραγλουτίδη, ο συνδυασμός ναλτρεξόνης-βουπροπιόνης, η ορλιστάτη, η εξενατίδη, οι αναστολείς SGLT-2, η ντουλαγλουτίδη και η μετφορμίνη πέτυχαν απώλεια βάρους μικρότερη του 5%.
Η ανάλυση έδειξε ότι η ενέσιμη σεμαγλουτίδη σχετίζεται με μείωση της συνολικής θνησιμότητας, χαμηλότερο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, επιβράδυνση της εξέλιξης της χρόνιας νεφρικής νόσου και μικρότερο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας.
Παράλληλα, προστατευτική δράση έναντι της καρδιακής ανεπάρκειας διαπιστώθηκε και για την τιρζεπατίδη.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, όλα τα φάρμακα συνοδεύονται από ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να οδηγήσουν σε πρόωρη διακοπή της θεραπείας. Οι συχνότερες ήταν οι γαστρεντερικές διαταραχές, όπως ναυτία, έμετος και διάρροια, οι οποίες εμφανίστηκαν κυρίως με τη ναλτρεξόνη-βουπροπιόνη, την από του στόματος σεμαγλουτίδη, την ορφοργλιπρόνη και την τιρζεπατίδη.
Παρά τη σημαντική απώλεια βάρους, η επίδραση των φαρμάκων στην ποιότητα ζωής ήταν μικρή. Στις 43 μελέτες που αξιολόγησαν τον συγκεκριμένο δείκτη με το ερωτηματολόγιο SF-36, κανένα από τα εξεταζόμενα σκευάσματα δεν πέτυχε τη βελτίωση των 10 μονάδων που θεωρείται κλινικά σημαντική.
Τη μεγαλύτερη μέση βελτίωση παρουσίασε ο συνδυασμός φαιντερμίνης/τοπιραμάτης με 4,3 μονάδες, ακολουθούμενος από την από του στόματος σεμαγλουτίδη (4,1), την τιρζεπατίδη (3,9), τη ναλτρεξόνη-βουπροπιόνη (3,6), το CagriSema (3,5), την ενέσιμη σεμαγλουτίδη (2,9) και τη λιραγλουτίδη (2,1).
Επιστήμονες που σχολίασαν τα ευρήματα μέσω του Science Media Centre UK συμφώνησαν σε γενικές γραμμές με τα συμπεράσματα της μελέτης, αλλά προειδοποίησαν ότι η ποιότητα ζωής δεν θα πρέπει να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων.
Όπως υπογραμμίζουν, οι σύγχρονες θεραπείες για την παχυσαρκία προσφέρουν σημαντικά οφέλη, όπως καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, βελτίωση της υπνικής άπνοιας, μεγαλύτερη κινητικότητα, ανακούφιση των συμπτωμάτων της οστεοαρθρίτιδας, ευνοϊκή επίδραση στη λιπώδη νόσο του ήπατος και μείωση του μελλοντικού καρδιομεταβολικού κινδύνου.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι με μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης ενδέχεται να αναδειχθούν και πρόσθετα οφέλη για την ποιότητα ζωής, τα οποία δεν ήταν ακόμη εμφανή στις μέχρι σήμερα διαθέσιμες κλινικές μελέτες.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Τα πιο ενυδατικά φρούτα
Ε.Ε: 507 νοσοκομειακές κλίνες ανα 100.000 άτομα- Πόσες είχε η Ελλάδα
Οι εμβολιασμοί κατά της CοViD παραμένουν αποτελεσματικοί παρά την ανοσολογική τροποποίηση από παρασιτικά σκουλήκια