Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ, ενώ την ίδια στιγμή  οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ. Αυτά αναφέρονται μεταξύ άλλων σε μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».

Κεντρικό σημείο της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. 

Η πρόσβαση στην Υγεία

Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία. 

Βασικά ευρήματα 

•  Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.

• Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο. 

• Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο. 

• Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.   

Η μακροχρόνια φροντίδα ορίζεται ως το σύνολο υπηρεσιών και υποστήριξης που απευθύνονται σε άτομα τα οποία, λόγω σωματικής ή/και ψυχικής ευαλωτότητας ή αναπηρίας, εξαρτώνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα από βοήθεια για δραστηριότητες της καθημερινής ζωής ή/και χρειάζονται συνεχή φροντίδα. Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα. Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς, η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. 

• Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ. 
• Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας. 
• Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας. 
• Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης. 

Εισοδηματική ανισότητα

• Ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025. 
• Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
• Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος. 
• Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας. 
• Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.   

Αγορά εργασίας

• Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025.

• Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν ακόμη στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.

• Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει υψηλή.

• Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.

• Πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.

Εκπαίδευση

• Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.

• Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.

• Μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.

• Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.

• Η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Στέγαση

• Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.

• Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.

• Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.

• Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.

• Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.  

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
1.000 παιδιά ετησίως σε νοσοκομεία με δηλητηρίαση από αλκοόλ - 1 θάνατος
Αντίθετη στις παρεμβάσεις στον ΠΙΣ η Ολομέλεια προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος
Υγιεινές και εύκολες συνήθειες για κάθε ημέρα