Η αθηροσκλήρωση αποτελεί τη συχνότερη αιτία εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου. Δημιουργείται όταν λιπίδια και φλεγμονώδη κύτταρα συσσωρεύονται στο τοίχωμα των αρτηριών, σχηματίζοντας αθηρωματικές πλάκες.
Ερευνητική ομάδα από το Γερμανικό Κέντρο Καρδιαγγειακής Έρευνας (DZHK) και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Μονάχου εντόπισε έναν νέο μηχανισμό που συμβάλλει στην ανάπτυξη της νόσου: τον υποδοχέα κανναβινοειδών CB1 στα ενδοθηλιακά κύτταρα των αιμοφόρων αγγείων.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε σημεία όπου η ροή του αίματος είναι ακανόνιστη, όπως στις διακλαδώσεις των αγγείων, αυξάνεται η παραγωγή του υποδοχέα CB1. Η ενεργοποίησή του καθιστά το αγγειακό τοίχωμα πιο διαπερατό στη λιποπρωτεΐνη LDL ("κακή" χοληστερόλη), διευκολύνοντας τη διείσδυσή της στο τοίχωμα των αγγείων και επιταχύνοντας τον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών.
Σε γενετικά τροποποιημένα ποντίκια, στα οποία ο υποδοχέας CB1 έλειπε μόνο από τα ενδοθηλιακά κύτταρα, παρατηρήθηκαν σημαντικά λιγότερες αθηρωματικές πλάκες, μικρότερη φλεγμονή και μειωμένη είσοδος LDL στο αγγειακό τοίχωμα. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι χωρίς τον CB1 σχηματίζονταν λιγότερες καβεόλες (caveolae), μικρές εσοχές της κυτταρικής μεμβράνης που μεταφέρουν τα σωματίδια LDL μέσα από τα ενδοθηλιακά κύτταρα.
Πέρα από την προστασία των αγγείων, τα πειραματόζωα εμφάνισαν και καλύτερο μεταβολικό προφίλ. Παρά τη διατροφή πλούσια σε λιπαρά, πήραν λιγότερο βάρος, συσσώρευσαν λιγότερο λίπος στο ήπαρ και στον λιπώδη ιστό και παρουσίασαν βελτιωμένη ανοχή στη γλυκόζη.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα ανοίγουν τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων που θα αναστέλλουν επιλεκτικά τον υποδοχέα CB1 μόνο στους περιφερικούς ιστούς, όπως τα αιμοφόρα αγγεία, το ήπαρ και ο λιπώδης ιστός, χωρίς να επηρεάζουν τον εγκέφαλο.
Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόληψη ή τη θεραπεία της αθηροσκλήρωσης και των σχετιζόμενων μεταβολικών διαταραχών.
Οι υποδοχείς κανναβινοειδών ανακαλύφθηκαν αρχικά επειδή σε αυτούς συνδέονται ουσίες της κάνναβης, όπως η THC και η CBD. Ωστόσο, αποτελούν μέρος του φυσικού ενδοκανναβινοειδούς συστήματος του οργανισμού, το οποίο ρυθμίζει λειτουργίες όπως η όρεξη, ο μεταβολισμός των λιπών, οι φλεγμονώδεις αντιδράσεις και η λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων.
Ο πρώτος αναστολέας του CB1, η ριμοναμπάντη (Rimonabant), είχε εγκριθεί το 2006 για τη θεραπεία της παχυσαρκίας, καθώς οδηγούσε σε απώλεια βάρους και βελτίωση του μεταβολισμού. Ωστόσο, αποσύρθηκε δύο χρόνια αργότερα λόγω σοβαρών ψυχιατρικών ανεπιθύμητων ενεργειών, επειδή δρούσε και στους υποδοχείς του εγκεφάλου.
Παρότι τα νέα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, προέρχονται αποκλειστικά από πειράματα σε κυτταρικές καλλιέργειες και σε ζωικά μοντέλα. Επομένως, απαιτούνται κλινικές μελέτες σε ανθρώπους για να διαπιστωθεί εάν η εκλεκτική αναστολή του περιφερικού υποδοχέα CB1 μπορεί πράγματι να αποτελέσει μια ασφαλή και αποτελεσματική θεραπευτική στρατηγική κατά της αθηροσκλήρωσης.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Η φύση ενισχύει την προσοχή και την ψυχική ευεξία ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί στρες [Μελέτη]
Τρέχοντας προς την επιτυχία: Τι μπορούν να μάθουν οι ερευνητές από τους αθλητές
Νέο φάρμακο αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχούς μεταμόσχευσης νεφρού