Ο ρατσισμός δεν είναι μόνο κοινωνικό ή πολιτικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα δημόσιας υγείας, οικονομίας και κοινωνικής συνοχής. Οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες διακρίσεων μπορούν να προκαλέσουν χρόνιο στρες, να επιβαρύνουν την ψυχική και σωματική υγεία και να περιορίσουν τις ευκαιρίες στην εκπαίδευση, την εργασία και την πρόσβαση σε υπηρεσίες.

 Το κόστος, επομένως, δεν το επωμίζονται μόνο όσοι υφίστανται διακρίσεις· το επωμίζεται ολόκληρη η κοινωνία.

Η υγεία θα έπρεπε να είναι εξίσου προσβάσιμη σε όλους. Για πολλούς ανθρώπους, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο ρατσισμός και οι διακρίσεις λειτουργούν με δύο τρόπους: επηρεάζουν την ποιότητα της ιατρικής φροντίδας που λαμβάνει κάποιος, αλλά μπορούν να επηρεάσουν και άμεσα την ίδια την υγεία του.

"Ο ρατσισμός συχνά αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό ή πολιτικό ζήτημα — και όχι ως ζήτημα υγείας", επισημαίνει η ερευνήτρια σε θέματα ρατσισμού Δρ. Muna Aikins, η οποία μελετά τις συνέπειες των επαναλαμβανόμενων εμπειριών ρατσισμού στην υγεία.

Σύμφωνα με την έρευνά της στο Max Planck Institute for Human Development, οι εμπειρίες ρατσισμού ήδη από την παιδική ηλικία μπορούν να συνδέονται με χρόνιο στρες. Η παρατεταμένη ενεργοποίηση των μηχανισμών του στρες δεν αφορά μόνο την ψυχική υγεία, αλλά μπορεί να επηρεάσει και το καρδιαγγειακό και ανοσοποιητικό σύστημα.

Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα. Μεγάλη σειρά μελετών που δημοσιεύθηκε στο The Lancet έχει δείξει ότι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και οι διακρίσεις συνδέονται με επιπτώσεις στην υγεία σε όλη τη διάρκεια της ζωής, μέσω ψυχολογικών, συμπεριφορικών και βιολογικών μηχανισμών. Οι συνέπειες μπορούν να μεταφέρονται ακόμη και από γενιά σε γενιά.

Ο ΠΟΥ αντιμετωπίζει πλέον τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις ως θεμελιώδεις κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας. Ο Οργανισμός αναφέρει συσχετίσεις με χειρότερη ψυχική υγεία, υψηλότερη αρτηριακή πίεση, αυξημένα επίπεδα ορμονών του στρες και φλεγμονής, αυξημένη θνησιμότητα, προβλήματα ύπνου, χαμηλότερο βάρος γέννησης και άλλες δυσμενείς εκβάσεις.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο στρες που προκαλεί η καθημερινή έκθεση στον ρατσισμό. Υπάρχει και ο κίνδυνος οι ίδιοι οι θεσμοί υγείας να αναπαράγουν ανισότητες.

Ο Afrozensus 2020, η πρώτη μεγάλη μελέτη για τις συνθήκες ζωής των Μαύρων, αφρικανικών και αφροδιασπορικών κοινοτήτων στη Γερμανία, κατέγραψε εκτεταμένες εμπειρίες διακρίσεων σε πολλούς τομείς της ζωής, μεταξύ άλλων και στον χώρο της υγείας.

Οι ασθενείς μπορεί να βιώσουν καταστάσεις στις οποίες ο πόνος ή τα συμπτώματά τους δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη ή αποδίδονται βιαστικά σε ψυχολογικά αίτια. Τέτοιες εμπειρίες δεν αποτελούν απλώς μεμονωμένα περιστατικά: εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πρόβλημα γνώσης, εκπαίδευσης και θεσμικών πρακτικών.

Η διεθνής έρευνα επισημαίνει ότι οι ανισότητες στην υγεία δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από ατομικούς ή βιολογικούς παράγοντες. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι κοινωνίες, οι θεσμοί, η αγορά εργασίας, η κατοικία και το ίδιο το σύστημα υγείας μπορεί να δημιουργεί και να διαιωνίζει ανισότητες.

Το αόρατο οικονομικό κόστος

Ο ρατσισμός έχει και ένα κόστος που μπορεί να μετρηθεί οικονομικά.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA και χρηματοδοτήθηκε από τα αμερικανικά National Institutes of Health υπολόγισε ότι οι φυλετικές και εθνοτικές ανισότητες στην υγεία κόστισαν στην οικονομία των ΗΠΑ 421 έως 451 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο για το 2018.

Στον υπολογισμό περιλαμβάνονταν οι αυξημένες δαπάνες υγείας, η απώλεια παραγωγικότητας και η οικονομική αξία των πρόωρων θανάτων.

Το εύρημα αυτό δείχνει κάτι σημαντικό: η ανισότητα δεν είναι μόνο πρόβλημα δικαιοσύνης. Είναι και οικονομική απώλεια. Όταν άνθρωποι αρρωσταίνουν νωρίτερα, πεθαίνουν πρόωρα ή αποκλείονται από την αγορά εργασίας, μειώνεται η παραγωγικότητα και αυξάνονται οι κοινωνικές και υγειονομικές δαπάνες.

Αντίστοιχα, μελέτη στη Μινεσότα εκτίμησε ότι η εξάλειψη των φυλετικών ανισοτήτων στους αποτρέψιμους θανάτους θα μπορούσε να εξοικονομεί περίπου 1,2 έως 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενώ η μείωση των ανισοτήτων στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας θα μπορούσε να αποφέρει επιπλέον εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο.

Και στην Ευρώπη ο λογαριασμός είναι μεγάλος

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η φυλετική και εθνοτική διάκριση στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέεται με απώλεια περίπου 2,8 έως 12,7 δις. ευρώ σε ΑΕΠ κάθε χρόνο. Η εκτίμηση αφορά κυρίως απώλειες εισοδήματος και απασχόλησης που συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο ανεργίας και χειρότερη υγεία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη νέα Στρατηγική της ΕΕ κατά του Ρατσισμού 2026–2030, χρησιμοποιεί την ανώτερη εκτίμηση του ΟΟΣΑ, επισημαίνοντας ότι οι φυλετικές και εθνοτικές διακρίσεις μπορεί να κοστίζουν στην ΕΕ έως 12,7 δις. ευρώ χαμένου ΑΕΠ ετησίως.

Η Επιτροπή χαρακτηρίζει την καταπολέμηση του ρατσισμού όχι μόνο ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και επένδυση στην ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη και τη σταθερότητα.

Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, δεν αποτυπώνουν ολόκληρο το κόστος. Είναι πολύ δυσκολότερο να μετατραπούν σε ευρώ η απώλεια αξιοπρέπειας, η ψυχική επιβάρυνση, ο φόβος, η κοινωνική απομόνωση ή η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις πιο βαθιές συνέπειες του ρατσισμού: η διάβρωση του κοινωνικού ιστού.

Μια κοινωνία λειτουργεί χάρη στην εμπιστοσύνη — στην εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτών, στις σχέσεις με τους θεσμούς, στην πεποίθηση ότι οι κανόνες εφαρμόζονται δίκαια και ότι όλοι έχουν πραγματικές ευκαιρίες συμμετοχής.

Έρευνες στις ΗΠΑ έχουν δείξει ότι οι εμπειρίες διακρίσεων συνδέονται με χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης, τόσο στις διαπροσωπικές σχέσεις όσο και απέναντι σε θεσμούς όπως η αστυνομία και το σύστημα υγείας. Όταν η δυσπιστία γίνεται διαρκής εμπειρία, μπορεί να περιορίσει τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει επίσης ότι οι διακρίσεις συνδέονται με μοναξιά, αποστασιοποίηση από την κοινωνία, μειωμένη συμμετοχή στα κοινά και αίσθηση ότι κάποιος δεν ανήκει στον τόπο όπου ζει.

Παράλληλα, η μειωμένη κοινωνική συνοχή μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη διάθεση των πολιτών να στηρίξουν δημόσιες επενδύσεις στην υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές.

Πρόσφατη ευρωπαϊκή έρευνα σε αφρικανικής καταγωγής μετανάστες σε 29 ευρωπαϊκές χώρες καταγράφει επίσης μια σύνδεση ανάμεσα στις εμπειρίες διακρίσεων, τη χαμηλότερη "γεφυρωτική" κοινωνική εμπιστοσύνη και την υποκειμενική ευημερία.

Με άλλα λόγια, ο ρατσισμός δεν δημιουργεί μόνο ατομικό πόνο. Μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο: διάκριση → αποκλεισμός → δυσπιστία → μικρότερη κοινωνική συμμετοχή → ασθενέστερη κοινωνική συνοχή.

Το κόστος περνά από γενιά σε γενιά

Οι συνέπειες δεν σταματούν στο άτομο που βιώνει τη διάκριση. Ο ΠΟΥ υπογραμμίζει ότι οι ανισότητες που συνδέονται με τον ρατσισμό μπορούν να συσσωρεύονται επί δεκαετίες και να μετατρέπονται σε κοινωνικά και οικονομικά μειονεκτήματα μεταξύ γενεών.

Ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου αντιμετωπίζει διακρίσεις μπορεί να εκτεθεί σε χρόνιο στρες, να έχει λιγότερες εκπαιδευτικές και οικονομικές ευκαιρίες και να αντιμετωπίσει αργότερα μεγαλύτερα εμπόδια στην εργασία, την κατοικία και την υγειονομική περίθαλψη.

Έτσι, ο ρατσισμός λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός που αναπαράγει ανισότητες: οι συνέπειες μιας διάκρισης σήμερα μπορούν να επηρεάσουν τις ευκαιρίες της επόμενης γενιάς.

Ένα σύστημα υγείας για όλους

Για τη Δρ. Muna Aikins, η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει και μέσα από το ίδιο το σύστημα υγείας.

Οι γιατροί, οι θεραπευτές και όλοι οι επαγγελματίες υγείας χρειάζεται να εκπαιδεύονται στις επιπτώσεις του ρατσισμού στην υγεία και να γνωρίζουν πώς οι προκαταλήψεις ή τα κενά γνώσης μπορούν να επηρεάσουν τη διάγνωση και τη θεραπεία.

Χρειάζεται επίσης μεγαλύτερη ποικιλομορφία στα επαγγέλματα υγείας, αναθεώρηση των ιατρικών οδηγιών και του εκπαιδευτικού υλικού και καλύτερα δεδομένα, ώστε οι ανισότητες να γίνονται ορατές και να μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Ο ΠΟΥ υπογραμμίζει ότι η υγειονομική ισότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα στα νοσοκομεία. Οι συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι γεννιούνται, μεγαλώνουν, εργάζονται, κατοικούν και γερνούν — καθώς και η πρόσβασή τους σε εισόδημα, εξουσία και πόρους — καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ευκαιρίες τους να ζήσουν μια υγιή ζωή.

Το όφελος από την καταπολέμηση του ρατσισμού

Η διεθνής έρευνα οδηγεί τελικά σε ένα διπλό συμπέρασμα. Η καταπολέμηση του ρατσισμού δεν είναι απλώς ηθική ή νομική υποχρέωση.

Μπορεί να αποτελέσει και επένδυση στη δημόσια υγεία, την παραγωγικότητα, την κοινωνική εμπιστοσύνη και την οικονομική ανάπτυξη.

Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι οι ανισότητες στην υγεία συνεπάγονται υψηλότερες δαπάνες υγείας και απώλειες ευημερίας, παραγωγικότητας και ανάπτυξης. Αντίστροφα, οι πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Ο στόχος, επομένως, δεν είναι μόνο να αντιμετωπιστούν οι πιο ακραίες μορφές ρατσισμού. Είναι να δημιουργηθεί μια κοινωνία στην οποία η διαφορετικότητα δεν θεωρείται πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά φυσιολογικό χαρακτηριστικό της ίδιας της κοινωνίας.

Όπως το θέτει η Muna Aikins, το ζητούμενο είναι ένα σύστημα υγείας που να αντιμετωπίζει την ποικιλομορφία του πληθυσμού όχι ως πρόκληση, αλλά ως κανονικότητα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία: η αντιμετώπιση του ρατσισμού δεν προστατεύει μόνο όσους υφίστανται διακρίσεις.

Προστατεύει την υγεία, την οικονομία, την εμπιστοσύνη και τη συνοχή ολόκληρης της κοινωνίας.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Παπαγεωργίου: 18χρονος χάρισε ζωή με δωρεά οργάνων
Φάρμακα προηγμένων θεραπειών - ATMPs: Θεραπεία αντί για απλή αντιμετώπιση
Χρόνιες φλεγμονές: Πώς τις ελέγχει φυσική ουσία από θαλάσσιο σφουγγάρι