Μια 14ήμερη καταγραφή του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) με φορητό μόνιτορ αρρυθμιών διπλασίασε το ποσοστό των ασθενών στους οποίους εντοπίστηκε διαταραχή του καρδιακού ρυθμού μετά από ένα επεισόδιο ανεξήγητης συγκοπής.
Τα αποτελέσματα της βρετανικής μελέτης ASPIRED παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC) στο Μόναχο και δημοσιεύθηκαν στο New England Journal of Medicine.
Περίπου στους μισούς ανθρώπους που μεταφέρονται στα επείγοντα μετά από ένα σύντομο επεισόδιο λιποθυμίας, οι γιατροί δεν καταφέρνουν αρχικά να εντοπίσουν την αιτία.
Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για αγγειοπαρασυμπαθητική συγκοπή ή ορθοστατική υπόταση, καταστάσεις που συνήθως είναι καλοήθεις. Ωστόσο, η συγκοπή μπορεί να αποτελεί και εκδήλωση μιας σοβαρής καρδιακής αρρυθμίας.
Η μελέτη ASPIRED (Accelerated Syncope Protocol in Randomized Emergency Department Patients) εξέτασε κατά πόσο η παρατεταμένη καταγραφή του καρδιακού ρυθμού μπορεί να βελτιώσει τη διάγνωση.
Σε 45 νοσοκομεία συμμετείχαν 2.234 ασθενείς, στους οποίους δεν είχε εντοπιστεί αρχικά αιτία για τη συγκοπή. Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαιοποιημένα σε δύο ομάδες: η μία χρησιμοποίησε φορητό μόνιτορ αρρυθμιών για 14 ημέρες, ενώ η άλλη ακολούθησε τη συνήθη αντιμετώπιση.
Βασικό καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν ο αριθμός των ασθενών που θα ανέφεραν νέα επεισόδια συγκοπής μέσα στον επόμενο χρόνο. Στην ομάδα που χρησιμοποίησε το μόνιτορ καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 1,37 επεισόδια ανά ασθενή, έναντι 1,58 επεισοδίων στην ομάδα ελέγχου. Η διαφορά αυτή δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Ωστόσο, η παρακολούθηση με το φορητό μόνιτορ είχε σημαντικό διαγνωστικό όφελος. Αρρυθμίες εντοπίστηκαν στο 22,0% των ασθενών, έναντι μόλις 9,0% στην ομάδα ελέγχου. Παράλληλα, η διάγνωση έγινε ταχύτερα: ο διάμεσος χρόνος ήταν 22 ημέρες, έναντι 55 ημερών στην ομάδα που δεν υποβλήθηκε στη συγκεκριμένη παρακολούθηση.
Οι διαγνώσεις αυτές οδήγησαν συχνότερα και σε θεραπευτικές παρεμβάσεις. Βηματοδότης εμφυτεύθηκε στο 6,8% των ασθενών της ομάδας παρακολούθησης, έναντι 4,6% στην ομάδα ελέγχου. Αντιαρρυθμική φαρμακευτική αγωγή χορηγήθηκε στο 10,8% έναντι 7,3%, ενώ εμφυτεύσιμος καρδιομετατροπέας-απινιδωτής (ICD) τοποθετήθηκε στο 0,6% έναντι 0,4%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα σχετικά με τη συνολική θνητότητα. Αυτή ήταν 1,5% στην ομάδα με το μόνιτορ έναντι 2,9% στην ομάδα ελέγχου, δηλαδή περίπου κατά 50% χαμηλότερη. Οι συμμετέχοντες είχαν μέση ηλικία 58,3 έτη.
Ο επικεφαλής της μελέτης, Matthew Reed από το Usher Institute του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, θεωρεί τα αποτελέσματα επιτυχή, παρά το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε ο κύριος στόχος της μελέτης. Μία πιθανή εξήγηση για το γεγονός ότι δεν μειώθηκαν σημαντικά οι νέες συγκοπές είναι ότι οι ασθενείς που φορούσαν το μόνιτορ μπορεί να ήταν περισσότερο ευαισθητοποιημένοι και να χαρακτήριζαν περισσότερα επεισόδια ως συγκοπή.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η παρατεταμένη καταγραφή του καρδιακού ρυθμού μπορεί να αποκαλύψει αρρυθμίες που διαφορετικά θα παρέμεναν αδιάγνωστες, επιτρέποντας ταχύτερη έναρξη της κατάλληλης θεραπείας. Η μελέτη, ωστόσο, δεν απέδειξε ότι το μόνιτορ μειώνει από μόνο του τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια συγκοπής.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Ο Ε.Ε.Σ. τίμησε την Παγκόσμια Ημέρα Πρώτων Βοηθειών με μεγάλη δράση στο Σύνταγμα
Με αφετηρία τη Θεσσαλία, οι Συνεταιρισμοί Φαρμακοποιών Ελλάδας καταγράφουν την ιστορία τους
Το νοσοκομείο Παπαγεωργίου δίνει "Όραμα Ελπίδας"