Τα προβλήματα που ταλανίζουν τον κλάδο των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, όπως οι καθυστερημένες αποπληρωμές υποχρεώσεων των δημόσιων νοσοκομείων προς τους προμηθευτές, τα ατιμολόγητα υλικά, τα τεχνικά και λειτουργικά εμπόδια που έχουν παρατηρηθεί στα Μητρώα Προϊόντων, Υπηρεσιών και Προμηθευτών της ΕΚΑΠΥ, είναι μερικά από τα ζητήματα στα οποία και ζητήσαμε να τοποθετηθεί ο κ. Θανάσης Ακάλεστος Εκτελεστικός Διευθυντής ΣΕΙΒ (Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Ιατρικών και Βιοτεχνολογικών Προϊόντων) με τον ίδιο να καταλήγει στο ότι απαιτείται η δημιουργία ενός περισσότερο προβλέψιμου, τυποποιημένου και αποτελεσματικού συστήματος προμηθειών και ότι κοινός στόχος όλων θα πρέπει να είναι ένα δημόσιο σύστημα υγείας οικονομικά βιώσιμο, διαφανές, αποτελεσματικό και προβλέψιμο, στο οποίο η ποιότητα και η αξία της ιατρικής τεχνολογίας θα αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια λήψης αποφάσεων.

Ποια προβλήματα του κλάδου απαιτούν άμεσα- και βιώσιμες- λύσεις;

Ο κλάδος των ιατροτεχνολογικών προϊόντων βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια σειρά διαρθρωτικών και διαδικαστικών προκλήσεων, οι οποίες δεν αφορούν αποκλειστικά τη λειτουργία της αγοράς, αλλά επηρεάζουν συνολικά την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα του συστήματος προμηθειών υγείας.
Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις παραμένει η καθυστέρηση στην αποπληρωμή υποχρεώσεων των δημόσιων νοσοκομείων προς τους προμηθευτές. Η χρονική απόσταση μεταξύ προμήθειας, τιμολόγησης και τελικής εξόφλησης δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στη ρευστότητα των επιχειρήσεων, αυξάνει το χρηματοοικονομικό τους κόστος και περιορίζει τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου προγραμματισμού και επένδυσης σε νέες και καινοτόμες τεχνολογίες.

Παράλληλα, οι υποχρεωτικοί μηχανισμοί επιστροφών, rebate και clawback, προσθέτουν μια επιπλέον οικονομική επιβάρυνση στις επιχειρήσεις, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την προβλεψιμότητα του επιχειρηματικού τους σχεδιασμού.
Το ζήτημα αυτό έχει ευρύτερη σημασία για το ίδιο το σύστημα υγείας. Η οικονομική βιωσιμότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας συνδέεται άμεσα με τη συνέχεια του εφοδιασμού, την επάρκεια των διαθέσιμων τεχνολογικών επιλογών και, τελικά, με την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών σε σύγχρονες διαγνωστικές και θεραπευτικές λύσεις.
Παράλληλα, υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης στον έγκαιρο και ολοκληρωμένο προγραμματισμό των προμηθειών, ώστε μεγαλύτερο μέρος των πραγματικών αναγκών των νοσοκομείων να καλύπτεται μέσω ενεργών συμβάσεων και οργανωμένων διαγωνιστικών διαδικασιών. Η ενίσχυση του προγραμματισμού μπορεί να περιορίσει την ανάγκη προσφυγής σε έκτακτες ή εξωσυμβατικές διαδικασίες και να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα τόσο στους δημόσιους φορείς όσο και στους προμηθευτές.

Αντίστοιχα, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στις διαδικασίες παραγγελίας, καταγραφής της κατανάλωσης και τιμολόγησης μεταξύ των νοσοκομείων. Η εμπειρία δείχνει ότι όπου υπάρχουν σαφείς διαδικασίες, επαρκής προγραμματισμός και υψηλότερο ποσοστό συμβατικών προμηθειών, περιορίζονται σημαντικά οι διοικητικές και οικονομικές εκκρεμότητες.
Στην ίδια κατεύθυνση, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι αυξημένες απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι υπηρεσίες προμηθειών των νοσοκομείων, τόσο λόγω του όγκου και της πολυπλοκότητας των διαδικασιών όσο και λόγω των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων.

Η απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις απαιτεί μια κοινή προσπάθεια Πολιτείας, νοσοκομείων και αγοράς για τη δημιουργία ενός περισσότερο προβλέψιμου, τυποποιημένου και αποτελεσματικού συστήματος προμηθειών.
Κρίσιμοι παράγοντες είναι ο καλύτερος προγραμματισμός, η ενίσχυση των οργανωμένων διαγωνιστικών διαδικασιών, η τυποποίηση, η ψηφιοποίηση, η αξιοποίηση αξιόπιστων δεδομένων και η ουσιαστικότερη σύνδεση του οικονομικού σχεδιασμού με τις πραγματικές κλινικές ανάγκες.

Τι γίνεται με τις οφειλές του Δημοσίου προς τις εταιρείες ιατροτεχνολογικών προϊόντων;

Οι χρόνοι αποπληρωμής των προμηθευτών του δημόσιου συστήματος υγείας αποτελούν ένα διαχρονικό ζήτημα, το οποίο χρειάζεται πλέον να αντιμετωπιστεί με έναν σταθερό, συστηματικό και μακροπρόθεσμα βιώσιμο μηχανισμό.
Οι καθυστερήσεις δεν επηρεάζουν μόνο τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης, περιορίζουν την προβλεψιμότητα και δυσχεραίνουν τον επιχειρηματικό προγραμματισμό. Σε βάθος χρόνου, οι παράγοντες αυτοί μπορούν να δημιουργήσουν πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και στη δυνατότητα απρόσκοπτης διάθεσης σύγχρονων ιατρικών τεχνολογιών στα δημόσια νοσοκομεία.
Το θέμα έχει αποκτήσει και σαφή ευρωπαϊκή διάσταση. Τον Νοέμβριο του 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την εφαρμογή της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών. Τον Ιούνιο του 2025, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε διασφαλιστεί στην πράξη η τήρηση της προβλεπόμενης προθεσμίας πληρωμής, η οποία για τους δημόσιους φορείς υγείας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μόνιμες και λειτουργικές λύσεις, που θα ενισχύσουν τη συνέπεια και την προβλεψιμότητα του συστήματος πληρωμών, σύμφωνα και με το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο. 

Η θέση του ΣΕΙΒ είναι ότι απαιτείται μία προσέγγιση δύο επιπέδων: αφενός ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τη σταδιακή και οριστική διευθέτηση των συσσωρευμένων παλαιών οφειλών και αφετέρου η δημιουργία ενός σταθερού μηχανισμού που θα περιορίζει τη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.
Ιδιαίτερα χρήσιμη θα ήταν η συστηματική παρακολούθηση των χρόνων πληρωμής μέσω συγκεκριμένων δεικτών και η καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πληροφοριακών συστημάτων. Με τον τρόπο αυτό, πιθανές αποκλίσεις θα μπορούν να εντοπίζονται εγκαίρως και να αντιμετωπίζονται πριν οδηγήσουν στη συσσώρευση νέων υποχρεώσεων.

Η έγκαιρη αποπληρωμή των προμηθευτών αποτελεί βασικό στοιχείο ενός σύγχρονου και αξιόπιστου συστήματος δημόσιων προμηθειών υγείας. Δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις. Συνδέεται με τη συνέχεια του εφοδιασμού, την ομαλή λειτουργία των νοσοκομείων και, τελικά, την πρόσβαση των ασθενών στις τεχνολογίες που χρειάζονται.

Ατιμολόγητα υλικά: Ποια είναι η σημερινή εικόνα;

Το ζήτημα των λεγόμενων «ατιμολόγητων υλικών» χρειάζεται να εξεταστεί όχι αποκλειστικά ως λογιστικό θέμα, αλλά ως αποτέλεσμα της ευρύτερης ασυνέχειας που μπορεί να προκύψει μεταξύ της κλινικής ανάγκης, του προγραμματισμού των προμηθειών και της ολοκλήρωσης των προβλεπόμενων διοικητικών διαδικασιών. Η προβλεπόμενη διαδικασία περιλαμβάνει διαδοχικά τη δέσμευση πίστωσης, τη διαγωνιστική διαδικασία ή την προβλεπόμενη διαδικασία ανάθεσης, την παραγγελία, την παραλαβή και, στη συνέχεια, την τιμολόγηση.
Στην καθημερινή λειτουργία ενός νοσοκομείου, ωστόσο, μπορεί να προκύψουν περιπτώσεις, ιδίως σε υλικά υψηλής κρισιμότητας, στις οποίες η άμεση κλινική ανάγκη δεν είναι δυνατόν να αναμένει την ολοκλήρωση όλων των διοικητικών σταδίων. Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργείται χρονική απόκλιση μεταξύ της πραγματικής χρήσης του υλικού και της ολοκλήρωσης των σχετικών διοικητικών και οικονομικών διαδικασιών.
Το φαινόμενο ενισχύεται όταν δεν υπάρχουν ενεργές συμβάσεις ή επαρκής διαγωνιστική κάλυψη για το σύνολο των πραγματικών αναγκών ενός νοσοκομείου. Η κλινική λειτουργία, ιδιαίτερα σε επείγουσες ή ανελαστικές ανάγκες, προφανώς δεν μπορεί να ανασταλεί. Δημιουργείται έτσι μια αλληλουχία διαδικαστικών εκκρεμοτήτων: 

περιορισμένη συμβατική κάλυψη → ανάγκη έκτακτης προμήθειας → χρήση υλικού → μεταγενέστερη διοικητική τακτοποίηση → καθυστέρηση τιμολόγησης → μετατόπιση του χρόνου πληρωμής.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα υλικά παρακαταθήκης, κυρίως στο χειρουργικό πεδίο. Λόγω της φύσης της κλινικής πράξης, δεν είναι πάντοτε εφικτό να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ο ακριβής τύπος, το μέγεθος ή τα χαρακτηριστικά του υλικού που τελικά θα χρησιμοποιηθεί.
Το βασικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η ίδια η πρακτική της παρακαταθήκης, η οποία εξυπηρετεί πραγματικές κλινικές ανάγκες, αλλά η άμεση, ακριβής και ψηφιακά υποστηριζόμενη καταγραφή της πραγματικής κατανάλωσης.
Η έγκαιρη καταγραφή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιτρέπει στο νοσοκομείο να γνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις οικονομικές του υποχρεώσεις και διευκολύνει την ταχύτερη ολοκλήρωση των διαδικασιών τιμολόγησης και αποζημίωσης.
Η αντιμετώπιση του ζητήματος, συνεπώς, χρειάζεται να μετακινηθεί σταδιακά από την περιοδική τακτοποίηση ήδη δημιουργημένων εκκρεμοτήτων στην πρόληψη της δημιουργίας τους.
Αυτό προϋποθέτει καλύτερο προγραμματισμό, μεγαλύτερη συμβατική και διαγωνιστική κάλυψη των πραγματικών αναγκών, περισσότερο εναρμονισμένες διαδικασίες, άμεση ψηφιακή καταγραφή της κατανάλωσης στο σημείο παροχής της φροντίδας και αποτελεσματικότερη διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων.
Ο κοινός στόχος πρέπει να είναι ένα σύστημα στο οποίο η κλινική ανάγκη και η διοικητική διαδικασία δεν λειτουργούν ως δύο παράλληλες πραγματικότητες, αλλά ως μέρη μιας ενιαίας, αποτελεσματικής και ψηφιακά υποστηριζόμενης διαδικασίας.

Μητρώο Προϊόντων, Υπηρεσιών και Προμηθευτών ΕΚΑΠΥ: ολοκλήρωση, κεντρικοποιημένοι διαγωνισμοί και κριτήρια

Ο ΣΕΙΒ υποστηρίζει ενεργά τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων προμηθειών και αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία των Μητρώων της ΕΚΑΠΥ ως εργαλείων διαφάνειας, αποτελεσματικότητας, καλύτερου προγραμματισμού και εξορθολογισμού της δημόσιας δαπάνης υγείας.
Η εμπειρία από τη δοκιμαστική χρήση της πλατφόρμας από εταιρείες-μέλη του ΣΕΙΒ έχει παράλληλα αναδείξει ορισμένα πεδία στα οποία περαιτέρω τεχνικές και λειτουργικές βελτιώσεις θα μπορούσαν να διευκολύνουν σημαντικά την πλήρη εφαρμογή του συστήματος.
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η διαλειτουργικότητα με το Μητρώο του ΕΟΦ και, σε επόμενο στάδιο, με την EUDAMED, ώστε πληροφορίες που έχουν ήδη υποβληθεί και επαληθευτεί σε επίσημα ρυθμιστικά συστήματα να μπορούν, όπου είναι τεχνικά και θεσμικά εφικτό, να επαναχρησιμοποιούνται χωρίς νέα καταχώρηση.

Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τον όγκο των απαιτούμενων δεδομένων. Η αναλυτική τεκμηρίωση ανά προϊόν είναι απαραίτητη για την αξιοπιστία του Μητρώου. Παράλληλα, όμως, σημαντικό μέρος αυτών των πληροφοριών βρίσκεται ήδη καταχωρημένο σε επίσημες ρυθμιστικές βάσεις.
Για επιχειρήσεις με εκατοντάδες ή χιλιάδες κωδικούς προϊόντων, η δυνατότητα αυτοματοποιημένης μεταφοράς, μαζικής εισαγωγής και επαναχρησιμοποίησης ήδη πιστοποιημένων δεδομένων θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τον απαιτούμενο διοικητικό χρόνο και, ταυτόχρονα, να περιορίσει τον κίνδυνο λαθών ή αποκλίσεων.

Για τον ΣΕΙΒ, η βασική αρχή θα μπορούσε να συνοψιστεί ως: «Καταχώρηση μία φορά – πολλαπλή αξιοποίηση».
Η διαλειτουργικότητα μεταξύ ΕΚΑΠΥ, ΕΟΦ/GremDIs και EUDAMED μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα προς ένα περισσότερο αποτελεσματικό ψηφιακό οικοσύστημα δημόσιων προμηθειών.
Αντίστοιχα, οι κεντρικοποιημένοι διαγωνισμοί μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη: οικονομίες κλίμακας, μεγαλύτερη διαφάνεια, καλύτερο προγραμματισμό, εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για το δημόσιο σύστημα υγείας και την αγορά.
Για να αξιοποιηθούν πλήρως αυτά τα οφέλη, είναι σημαντικό ο σχεδιασμός των διαγωνισμών να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη πολυπλοκότητα και ετερογένεια των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και των in vitro διαγνωστικών (IVD).
Η αγορά περιλαμβάνει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα τεχνολογιών: από απλά αναλώσιμα και εργαστηριακά αντιδραστήρια έως ολοκληρωμένα αναλυτικά συστήματα, μοριακές διαγνωστικές τεχνολογίες, εμφυτεύσιμα προϊόντα, χειρουργικό και απεικονιστικό εξοπλισμό και σύνθετες ψηφιακές ιατρικές τεχνολογίες. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, το προϊόν αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου τεχνολογικού οικοσυστήματος, που μπορεί να περιλαμβάνει εξοπλισμό, αντιδραστήρια ή αναλώσιμα, λογισμικό, συντήρηση, τεχνική υποστήριξη και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας.

Για τον λόγο αυτό, η κατηγοριοποίηση και η αξιολόγηση χρειάζεται να μπορούν να αποτυπώνουν αυτές τις ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Ο κωδικός EMDN, για παράδειγμα, αποτελεί σημαντικό εργαλείο ταξινόμησης, αλλά δεν μπορεί από μόνος του να αποτυπώσει το σύνολο των τεχνικών και λειτουργικών διαφοροποιήσεων μεταξύ προϊόντων που μπορεί να ανήκουν στην ίδια κατηγορία.
Η επιτυχία των Μητρώων και των κεντρικοποιημένων διαγωνισμών δεν πρέπει, επομένως, να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την επίτευξη χαμηλότερων τιμών.
Η πραγματική επιτυχία είναι η δημιουργία ενός διαφανούς, ανταγωνιστικού και αποτελεσματικού συστήματος προμηθειών, το οποίο αξιοποιεί σωστά τα δεδομένα, περιορίζει την περιττή διοικητική επιβάρυνση και ενσωματώνει στην αξιολόγηση την ποιότητα, την καινοτομία, το συνολικό κόστος και την πραγματική αξία της ιατρικής τεχνολογίας για το σύστημα υγείας και τον ασθενή.

Για τον ΣΕΙΒ, όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε έναν κοινό στόχο: ένα δημόσιο σύστημα υγείας οικονομικά βιώσιμο, διαφανές, αποτελεσματικό και προβλέψιμο, στο οποίο η ποιότητα και η αξία της ιατρικής τεχνολογίας αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια λήψης αποφάσεων.

Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει σταθερή συνεργασία μεταξύ της Πολιτείας, των αρμόδιων δημόσιων φορέων, των νοσοκομείων και της αγοράς. Ο ΣΕΙΒ και οι εταιρείες-μέλη του επιθυμούν να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια με τεχνογνωσία, δεδομένα και προτάσεις που μπορούν να υποστηρίξουν τον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων διαδικασιών.
Ο ΣΕΙΒ παραμένει σταθερά προσηλωμένος στην ποιότητα και την ασφάλεια των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, στη διαφάνεια, στον υγιή ανταγωνισμό και στον ουσιαστικό και θεσμικό διάλογο με την Πολιτεία για τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του συστήματος υγείας.

Η σχέση μεταξύ Δημοσίου και επιχειρήσεων του κλάδου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως σχέση αγοραστή και προμηθευτή. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αλυσίδας που έχει κοινό τελικό αποδέκτη τον ασθενή.
Για τον λόγο αυτό, το τελικό μέτρο επιτυχίας κάθε μεταρρύθμισης πρέπει να είναι η αξία που δημιουργεί για τον ασθενή και το σύστημα υγείας.
Στόχος μας είναι κάθε ασθενής στην Ελλάδα να έχει έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση σε ασφαλείς, ποιοτικές και καινοτόμες ιατρικές τεχνολογίες, οι οποίες βελτιώνουν την πρόληψη, τη διάγνωση, τη θεραπεία και, τελικά, τα αποτελέσματα υγείας και την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Β. Κοτζαμάνης: Η Ελλάδα του 2050 και το κόστος της αδράνειας [βίντεο]
Αποζημίωση αεροθεραπείας
Κουρκουμάς: Σε ποιες παθήσεις φαίνεται να βοηθά