Η έγκαιρη προετοιμασία για μελλοντικές πανδημίες μπορεί να σώσει ζωές, να περιορίσει τις οικονομικές απώλειες και να μειώσει την ανάγκη για αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης, η δημιουργία αποθεμάτων υγειονομικού υλικού και ο καλύτερος συντονισμός αποτελούν επενδύσεις με σημαντικά οφέλη για τη δημόσια υγεία και την οικονομία.

Οι επενδύσεις στην πρόληψη και την αντιμετώπιση πανδημιών δεν πρέπει να παραμελούνται, ακόμη και όταν οι πολιτικές προτεραιότητες μεταβάλλονται. Αυτό υπογράμμισε ο αναλυτής του ΟΟΣΑ Μίχαελ Μίλερ, κατά την παρουσίαση έκθεσης σχετικά με τις οικονομικές επιπτώσεις των πανδημιών, επισημαίνοντας ότι η εμφάνιση μιας νέας πανδημίας στο μέλλον θεωρείται αναπόφευκτη.

Η πανδημία CoViD σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, προκάλεσε σχεδόν επτά εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως από το 2020 έως τον Μάιο του 2023. Παράλληλα, το οικονομικό της κόστος εκτιμάται ότι έφτασε τα 13,8 τρισ δολάρια έως το 2024, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο συνολικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Κίνας.

Οι δαπάνες για την πανδημική ετοιμότητα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως οικονομική επένδυση", τόνισε ο Μίλερ.

Στο πλαίσιο της έκθεσης, ο ΟΟΣΑ προσομοίωσε τις οικονομικές και υγειονομικές συνέπειες πέντε διαφορετικών σεναρίων επιδημικών εξάρσεων, με χαρακτηριστικά αντίστοιχα του Έμπολα, της γρίπης των πτηνών, της γρίπης τύπου Α, των κορονοϊών και της ιλαράς.

Τα μοντέλα βασίστηκαν στην υπόθεση ότι δεν λαμβάνονται μέτρα περιορισμού της μετάδοσης και ότι ο πληθυσμός δεν διαθέτει ανοσία. Αν και ένα τέτοιο σενάριο θεωρείται μη ρεαλιστικό, οι ερευνητές το χρησιμοποίησαν ως δοκιμασία ακραίων συνθηκών, προκειμένου να εκτιμήσουν το μέγεθος των πιθανών επιπτώσεων.

Εάν δεν υπήρχαν επαρκείς ποσότητες θεραπευτικών μέσων ή εμβολίων, ο αριθμός των θανάτων θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα υψηλός, ανάλογα με το παθογόνο. Σε ένα σενάριο έξαρσης παρόμοιας με τη γρίπη τύπου Α, οι θάνατοι θα μπορούσαν να φτάσουν το 5% του πληθυσμού μέσα στους πρώτους εννέα μήνες, εφόσον δεν λαμβάνονταν μέτρα περιορισμού.

Παράλληλα, οι μονάδες εντατικής θεραπείας στις χώρες του ΟΟΣΑ θα μπορούσαν, κατά μέσο όρο, να εξαντλήσουν τις διαθέσιμες δυνατότητές τους μέσα σε μόλις έναν έως δύο μήνες.

Οι οικονομικές επιπτώσεις θα διέφεραν ανάλογα με τη χώρα και το είδος του παθογόνου. Σύμφωνα με την έκθεση, το ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί κατά 2,7% σε περίπτωση έξαρσης αντίστοιχης με τον κορονοϊό και κατά 16,2% σε ένα σενάριο παρόμοιο με την ιλαρά.

Καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση μελλοντικών πανδημιών μπορούν να διαδραματίσουν τα μη φαρμακευτικά μέτρα παρέμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι γίνονται αποδεκτά από τον πληθυσμό.

Οι προσομοιώσεις του ΟΟΣΑ έδειξαν ότι η έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή τέτοιων μέτρων μπορεί να μειώσει την ανάγκη για αυστηρότερους περιορισμούς σε μεταγενέστερα στάδια.

Ένα συνδυαστικό πακέτο μέτρων, το οποίο περιλαμβάνει τοπικές παρεμβάσεις προστασίας της δημόσιας υγείας, τηλεργασία, περιορισμούς στις εσωτερικές μετακινήσεις και υποχρεωτική καραντίνα, εμφανίστηκε στα περισσότερα εξεταζόμενα σενάρια ως ιδιαίτερα αποτελεσματικό τόσο στη μείωση των θανάτων όσο και στον περιορισμό των οικονομικών απωλειών.

Με αυτή την προσέγγιση, σύμφωνα με την έκθεση, θα μπορούσε να αποφευχθεί η ανάγκη για κλείσιμο σχολείων και περιορισμούς στις διεθνείς μετακινήσεις.

Αντίθετα, η επιβολή lockdown ως μοναδικού ή έσχατου μέτρου αντιμετώπισης συνδέθηκε στα μοντέλα με ιδιαίτερα σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις.

'Η έγκαιρη δράση επιβραδύνει τη μετάδοση των παθογόνων και μειώνει την πίεση στα συστήματα υγείας", ανέφερε ο Μίλερ, εξηγώντας ότι με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η πιθανότητα να χρειαστούν μέτρα που επηρεάζουν εντονότερα την καθημερινότητα και την κινητικότητα των πολιτών.

Για την έγκαιρη αντίδραση απαιτούνται αποτελεσματικά συστήματα επιδημιολογικής επιτήρησης, καθώς και επαρκή αποθέματα βασικών ειδών προστασίας και υγιεινής, όπως μάσκες και απολυμαντικά χεριών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επιτήρηση των λυμάτων, η οποία μπορεί να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό μεταβολών στην κυκλοφορία παθογόνων και να διευκολύνει την ταχύτερη λήψη μέτρων.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η ενίσχυση της πανδημικής ετοιμότητας και της ικανότητας αντίδρασης είναι οικονομικά διαχειρίσιμη. Για τις χώρες του Οργανισμού, το σχετικό κόστος υπολογίζεται κατά μέσο όρο σε επτά δισ. δολάρια ετησίως για μια περίοδο δέκα ετών.

Το ποσό αντιστοιχεί σε περίπου 5,9 δολάρια ανά άτομο.

Οι πόροι θα κατευθύνονταν, αφενός, στη δημιουργία και διατήρηση εθνικών αποθεμάτων εξοπλισμού ατομικής προστασίας και ειδών υγιεινής και, αφετέρου, στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη των συστημάτων που απαιτούνται για την έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων, όπως η τήρηση αποστάσεων, η αναστολή λειτουργίας σχολείων και η τηλεργασία.

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει, παράλληλα, ότι πολλές από αυτές τις επενδύσεις έχουν διπλό όφελος. Τα συστήματα επιτήρησης, τα αποθέματα υγειονομικού υλικού και οι μηχανισμοί συντονισμού μπορούν να ενισχύσουν και την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών υγείας, να επιταχύνουν τον εντοπισμό χημικών και βιολογικών απειλών και να ενδυναμώσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Η έγκαιρη προετοιμασία θεωρείται, επομένως, κρίσιμη τόσο για τη μείωση των θανάτων που μπορούν να προληφθούν όσο και για την ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας και τη μακροπρόθεσμη προστασία της οικονομικής δραστηριότητας.

Τα διδάγματα του CoViD

Στη συζήτηση που ακολούθησε την παρουσίαση της έκθεσης, η Ίρις Χούνγκερ από το Κέντρο Διεθνούς Προστασίας της Υγείας (ZIG) του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ (RKI) αναφέρθηκε στα πλεονεκτήματα της Γερμανίας στον τομέα της επιδημιολογικής επιτήρησης.

Όπως σημείωσε, η πανδημία CoViD ενίσχυσε την καινοτομία και οδήγησε στην ανάπτυξη πρόσθετων συστημάτων, μεταξύ άλλων για την παρακολούθηση της διαθεσιμότητας κλινών εντατικής θεραπείας. Σημαντική πρόοδος καταγράφηκε επίσης στον τομέα της ψηφιοποίησης.

Ωστόσο, η Χούνγκερ επισήμανε ως αδυναμία την ανεπαρκή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μη φαρμακευτικών μέτρων. Όπως ανέφερε, απαιτούνται περισσότερα και λεπτομερέστερα επιστημονικά δεδομένα για το ποια μέτρα λειτουργούν, υπό ποιες συνθήκες και με ποιες συνέπειες.

Η σχετική τεκμηρίωση πρέπει να παράγεται τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μεταξύ των πανδημιών, καθώς στα πρώτα στάδια μιας επιδημικής έξαρσης τα μη φαρμακευτικά μέτρα ενδέχεται να αποτελούν τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή.

Παράλληλα, η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ιατρική και την επιδημιολογία, αλλά να περιλαμβάνει και τις επιπτώσεις στην οικονομία και την εκπαίδευση.

Ειδικά για το ζήτημα της αναστολής λειτουργίας των σχολείων, η Χούνγκερ υπογράμμισε ότι οι γενικευμένες αξιολογήσεις δεν επαρκούν. Το ζητούμενο δεν είναι μια απόλυτη επιλογή υπέρ ή κατά του κλεισίματος των σχολείων, αλλά η εξέταση των τοπικών και περιφερειακών συνθηκών και η εφαρμογή προσαρμοσμένων λύσεων. Ο διαχωρισμός των μαθητών σε μικρότερες ομάδες ή η εναλλασσόμενη διδασκαλία μπορούν, για παράδειγμα, να συμβάλουν στον περιορισμό των λοιμώξεων.


Τη σημασία της προσαρμογής των μέτρων στις τοπικές συνθήκες υπογράμμισε και ο Τόμας Χόφμαν από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC).

Όπως εξήγησε, η εφαρμογή ενός μέτρου στη Γερμανία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το ίδιο μέτρο είναι αναγκαίο και στη Γαλλία. Είναι σημαντικό να τεκμηριώνεται γιατί μια συγκεκριμένη παρέμβαση ενδείκνυται σε ένα δεδομένο περιβάλλον ή σε μια συγκεκριμένη περιοχή.

Ο Χόφμαν επισήμανε ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να έχουν εκκρεμότητες στην προετοιμασία, την παρακολούθηση και την προσαρμογή των μη φαρμακευτικών μέτρων. Σε πολλές περιπτώσεις απουσιάζουν σαφείς μηχανισμοί και διαδικασίες, μεταξύ άλλων στο νομοθετικό πλαίσιο και στη διαχείριση κρίσεων.

Από την πλευρά του, ο επιδημιολόγος Ζεράρ Κράουζε, της Sormas Foundation, τόνισε ότι τα συμπεράσματα από προηγούμενες επιδημικές εξάρσεις δεν μπορούν πάντοτε να εφαρμοστούν αυτούσια σε νέες κρίσεις, καθώς κάθε έξαρση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.

Για τον λόγο αυτό, θεωρεί απαραίτητη την έγκαιρη δημιουργία μηχανισμών αξιολόγησης. Η προετοιμασία των ερευνητικών πρωτοκόλλων, της εφοδιαστικής υποστήριξης, καθώς και των νομικών και δεοντολογικών προϋποθέσεων μπορεί να επιτρέψει την ταχεία έναρξη μελετών όταν προκύψει ανάγκη.

Ο Κράουζε εξέφρασε, τέλος, ανησυχία για τη μείωση των διαθέσιμων πόρων επιδημιολογικής επιτήρησης σε πολλές φτωχότερες χώρες σε σύγκριση με την κατάσταση πριν από πέντε χρόνια. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την καθυστερημένη αναγνώριση της πρόσφατης έξαρσης του Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι εξίσου σημαντική με τις ειδικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση πανδημιών.

"Κάθε επένδυση σε αυτόν τον τομέα δεν είναι χρήσιμη μόνο για μια πανδημία ή επιδημία, αλλά και για την αντιμετώπιση πολλών άλλων ασθενειών", σημείωσε.

Το βασικό μήνυμα της έκθεσης του ΟΟΣΑ είναι σαφές: η πανδημική ετοιμότητα δεν αποτελεί απλώς μια δαπάνη για μια μελλοντική κρίση, αλλά μια μακροπρόθεσμη επένδυση στη δημόσια υγεία, στην ανθεκτικότητα των κοινωνιών και στην προστασία της οικονομίας.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
1,61 δισ. ευρώ οι ληξιπρόθεσμες της Υγείας - Στο 57,5% των οφειλών της γενικής κυβέρνησης [πίνακας]
Η υγεία των παιδιών και των εφήβων στο επίκεντρο
Συνεργασία Γ.Ν. "Παπαγεωργίου" και Athens Lifetech Park για την κλινική και βιοϊατρική έρευνα