Το εμβόλιο Ervebo κατά του ιού Ebola μπορεί να ενεργοποιήσει Τ-λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν και τον συγγενικό ιό Bundibugyo, σύμφωνα με νέα μελέτη επιστημόνων του Γερμανικού Κέντρου Έρευνας Λοιμώξεων (DZIF), η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό "The Lancet Infectious Diseases".
Η ανακάλυψη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο εμβόλιο ειδικά για τον ιό Bundibugyo (BDBV). Η μελέτη δείχνει ότι μία δόση του εγκεκριμένου εμβολίου κατά του Ebola (EBOV) μπορεί να προκαλέσει διασταυρούμενη αντίδραση των Τ-λεμφοκυττάρων έναντι του BDBV. Ωστόσο, παραμένει άγνωστο εάν αυτή η ανοσολογική απόκριση προσφέρει ουσιαστική προστασία από τη μόλυνση ή τη σοβαρή νόσηση.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του γερμανικού ερευνητικού για τις λοιμώξεις , η επιδημία του ιού Bundibugyo στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχει καταγράψει περισσότερα από 6.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα και ποσοστό θνητότητας 48%, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες επιδημίες εβολαϊού παγκοσμίως.
Το εμβόλιο Ervebo, γνωστό και ως rVSVΔG-ZEBOV-GP, έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό κατά του ιού Ebola.
Προηγούμενες μελέτες σε μη ανθρώπινα πρωτεύοντα έδειξαν μερική διασταυρούμενη προστασία έναντι του BDBV, ενώ έχει διαπιστωθεί ότι το εμβόλιο προκαλεί και την παραγωγή αντισωμάτων που αναγνωρίζουν τον συγκεκριμένο ιό. Το κατά πόσο αυτές οι αντιδράσεις συμβάλλουν στην προστασία των ανθρώπων, ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί.
Η ερευνητική ομάδα, υπό την καθοδήγηση της δρος Leonie Mayer και της καθηγήτριας Marylyn Addo από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Αμβούργου-Eppendorf, καθώς και του καθηγητή Christof Geldmacher και της δρος Rolanda Londt από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του LMU στο Μόναχο, μελέτησε τις ανοσολογικές αποκρίσεις σε άτομα που είχαν εμβολιαστεί με το Ervebo.
Οι επιστήμονες εξέτασαν εάν τα Τ-λεμφοκύτταρα των εμβολιασμένων μπορούσαν να αναγνωρίσουν πρωτεΐνες τριών διαφορετικών εβολαϊών: του Ebola (EBOV), του Bundibugyo (BDBV) και του Sudan (SUDV).
Παρά τις διαφορές μεταξύ των τριών ιών, οι ερευνητές εντόπισαν περιοχές στις πρωτεΐνες τους που παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες. Οι περιοχές αυτές ενδέχεται να αναγνωρίζονται από το ανοσοποιητικό σύστημα και να επιτρέπουν στα Τ-λεμφοκύτταρα να αντιδρούν σε περισσότερους από έναν ιούς.
Στη μελέτη συμμετείχαν 20 εμβολιασμένα άτομα, τα οποία εξετάστηκαν 28 ημέρες μετά τον εμβολιασμό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι:
- 16 από τους 20 συμμετέχοντες παρουσίασαν απόκριση Τ-λεμφοκυττάρων έναντι του ιού Ebola.
- 13 από τους 20 εμφάνισαν Τ-λεμφοκύτταρα που αναγνώριζαν τον ιό Bundibugyo.
- 7 από τους 20 παρουσίασαν αντίστοιχη απόκριση έναντι του ιού Sudan.
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες που εμφάνισαν θετική απόκριση έναντι του Ebola παρουσίασαν επίσης Τ-λεμφοκύτταρα που αναγνώριζαν τον Bundibugyo.
Ο ρόλος των Τ-λεμφοκυττάρων
Τα Τ-λεμφοκύτταρα αποτελούν βασικό τμήμα της κυτταρικής ανοσίας και συμβάλλουν στον έλεγχο των ιογενών λοιμώξεων. Ορισμένα από αυτά μπορούν να αναγνωρίζουν συγκεκριμένα τμήματα των ιικών πρωτεϊνών, γνωστά ως επίτοποι. Όταν παρόμοιοι επίτοποι υπάρχουν σε συγγενικούς ιούς, είναι πιθανό να ενεργοποιούνται διασταυρούμενες ανοσολογικές αποκρίσεις.
Η συγκεκριμένη μελέτη παρέχει τις πρώτες ενδείξεις ότι ο εμβολιασμός κατά του Ebola μπορεί να προκαλέσει τέτοιου είδους Τ-κυτταρική αντίδραση έναντι του Bundibugyo στον άνθρωπο. Η αντίδραση έναντι του ιού Sudan ήταν ασθενέστερη.
Προκλινικές μελέτες σε μη ανθρώπινα πρωτεύοντα υποδεικνύουν ότι οι Τ-κυτταρικές αποκρίσεις ενδέχεται να είναι απαραίτητες για την προστασία που παρέχει το εμβόλιο. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι οι αποκρίσεις που καταγράφηκαν στους ανθρώπους μειώνουν τον κίνδυνο μόλυνσης ή σοβαρής νόσησης από τον BDBV.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το μικρό μέγεθος του δείγματος αποτελεί σημαντικό περιορισμό της μελέτης. Παρ' όλα αυτά, τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της απουσίας εγκεκριμένου εμβολίου ειδικά για τον ιό Bundibugyo.
"Τα αποτελέσματά μας παρέχουν τις πρώτες αποδείξεις ότι ο εμβολιασμός κατά του Ebola προκαλεί Τ-κυτταρικές αποκρίσεις που διασταυρούμενα αναγνωρίζουν τον Bundibugyo", σημειώνει ο καθηγητής Christof Geldmacher.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να διαπιστωθεί εάν η ανοσολογική αυτή αντίδραση μεταφράζεται σε πραγματική κλινική προστασία. Παράλληλα, προτείνουν τη συστηματική αξιολόγηση του διαθέσιμου εμβολίου κατά του Ebola στο πλαίσιο κλινικών μελετών κατά τη διάρκεια της επιδημίας του Bundibugyo.
Η έρευνα υποστηρίχθηκε από το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας Λοιμώξεων (DZIF), τον Ευρωπαϊκό Κόμβο Εμβολίων για την Ετοιμότητα απέναντι σε Πανδημίες (European Vaccines Hub for Pandemic Readiness – EVH) και το συνεργατικό ερευνητικό πρόγραμμα 1648 της Γερμανικής Ερευνητικής Εταιρείας (DFG), με αντικείμενο τους αναδυόμενους ιούς, την παθογένεση, τη δομή και την ανοσία.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Διαδερμικές θεραπείες στην καρδιακή ανεπάρκεια
Νέα μέθοδος για ακριβέστερη ακτινοθεραπεία όγκων με συνδυασμό ιόντων άνθρακα - ηλίου
ΕΦΕΤ: Ανάκληση πόσιμου τζελ αλόης - Να μην καταναλωθεί