Όταν ο Dom Pierre Perignon (1639-1715), Βενεδικτίνος μοναχός, υπεύθυνος για την κάβα του Αβαείου του Ωτβιλιέ παρατήρησε σε ορισμένα γλυκά κρασιά μια δεύτερη ζύμωση μετά την εμφιάλωσή τους, άγνωστο τότε για ποιο λόγο, και στη συνέχεια συστηματοποίησε αυτή τη διαδικασία αναμιγνύοντας ποικιλίες σταφυλιών, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα δημιουργούσε ένα νέο ξεχωριστό ποτό.



Ξεχωριστό με όλη την σημασία της λέξης, καθώς η σαμπάνια είναι η ονομασία προέλευσης για τον αφρώδη οίνο που παράγεται μόνο στην περιοχή Champagne. Πραγματικά, η σαμπάνια συνδέεται μόνο με ξεχωριστές, με ιδιαίτερες στιγμές, στιγμές που μένουν ανεξίτηλες στη ζωή του καθενός.

Σαμπάνια ανοίγουν τα νέα ζευγάρια, σαμπάνια σπάνε στην πλώρη ενός νέου πλοίου κατά την καθέλκυση, σαμπάνια ανοίγουν οι πρωταθλητές τη στιγμή της καταξίωσης. Ας γνωρίσουμε λίγο περισσότερο το ποτό που συνοδεύεται πάντα από τα πιο ακριβά εδέσματα.

Για να δημιουργηθεί η σαμπάνια αναμειγνύονται τρεις διαφορετικές ποικιλίες σταφυλιών, το Pinot Noir και Pinot Meunier και το Chardonnay. Οι δύο πρώτες είναι ποικιλίες μαύρων σταφυλιών, ενώ η τελευταία άσπρου. Χαρακτηριστικό είναι δε ότι οι αναλογίες που χρησιμοποιούνται είναι αυστηρά καθορισμένες.

Ο μούστος μένει για περίπου μισή μέρα σε κάδους και στη συνέχεια σε δρύινα βαρέλια όπου παλαιώνεται και δημιουργείται κρασί. Σε αυτό το κρασί προσθέτουν ζυμομύκητες και ζάχαρη ώστε να επιτευχθεί η ζύμωση που παρατήρησε ο Dom Perignon.

Αυτή η τελευταία ζύμωση διαρκεί τουλάχιστον ένα χρόνο και ανάλογα με τη διάρκειά της παίρνουμε σαμπάνια πιο εκλεκτής ποιότητας.

Έπειτα από τη δεύτερη ζύμωση προστίθεται κρασί και λικέρ το οποίο ανάλογα με τους βαθμούς αλκοόλ που έχει, καθορίζει και την ξηρότητά της. Η σαμπάνια έχει χρώμα υποκίτρινο, ελαφριά, ξηρή γεύση και φρουτώδες άρωμα. Η γεύση της οφείλεται στο έδαφος της Champagne το οποίο είναι ασβεστολιθικό και σε συνδυασμό με το ηπειρωτικό κλίμα της περιοχής δίνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στις τρεις ποικιλίες σταφυλιών που προαναφέραμε και κατ’ επέκταση στον αφρώδη οίνο, τη σαμπάνια.

Η σαμπάνια σερβίρεται κρύα, σε θερμοκρασία 7-10 C σε ψηλά, ειδικά ποτήρια ώστε να τονιστούν οι φυσαλίδες διαρκείας που αναδύονται και είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της. Μπορεί να σερβιριστεί αυτόνομα ή ως συνοδός εκλεκτών εδεσμάτων.

Αυτό που δίνει ιδιαίτερο τόνο είναι ο κρότος του φελλού κατά το άνοιγμα, που σηματοδοτεί το γλέντι.

Η θερμιδική της αξία είναι σχετικά μικρή συγκρινόμενη με τα υπόλοιπα ποτά. Τα 100 γρ. μας δίνουν 85 περίπου θερμίδες, όσες περίπου και το κρασί περιεκτικότητας 10% σε αλκοόλ. Φυσικά δεν γίνεται λόγος για το ουίσκι ή την βότκα τα οποία έχουν τριπλάσιες θερμίδες, ενώ το βερμούτ έχει ακριβώς τις διπλάσιες.

Πάντως, οι θερμίδες στα ποτά δεν μπορούν να καθοριστούν με ακρίβεια, καθώς εξαρτώνται άμεσα από το ποσοστό της αλκοόλης που περιέχει το καθένα σε σχέση με το βάρος του. Έτσι λοιπόν, κάποιος μπορεί να υπολογίσει ότι λιγότερες θερμίδες έχουν τα κρασιά και οι μπύρες με λιγότερη αλκοόλη από το όριο που είδαμε πιο πάνω.

Αν και όλοι την συνδέουμε με ξεχωριστές στιγμές, με τη διασκέδαση και το γλέντι, λίγοι γνωρίζουν την  ιστορία της, η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην αρχή του νέου χρόνου ας ανοίξουμε ένα μπουκάλι. Έτσι κι αλλιώς, αυτή η μέρα είναι ιδιαίτερη.

Ανάλογα με την παρέα μπορούμε να επιλέξουμε τη Normal φιάλη των 750 ml, τη Magnum του 1,5 λίτρου, την Mathusalem των έξι ή την Nabuchodonosor των 15 λίτρων.

Ευφάνταστα ονόματα, δεν βρίσκετε; Μα έτσι κι αλλιώς, μιλάμε για ένα ιδιαίτερο ποτό. Όπως οι αγαπημένοι μας, με τους οποίους θα τσουγκρίζουμε στην αυγή του νέου χρόνου ευχόμενοι ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Πηγές: www.nutrimed.gr