Ερευνητές εντόπισαν δυο γενετικές ποικιλομορφίες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης ενδομητρίωσης.

Το γονιδίωμα 5.500 γυναικών με την πάθηση συγκρίθηκε με αυτό 10.000 υγιών εθελοντριών.

Η έρευνα, που δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Nature Genetics’ θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερο αποτελεσματικές αγωγές και διάγνωση, δήλωσαν οι ερευνητές, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, του Ερευνητικού Ινστιτούτου Queensland στην Αυστραλία και του Χάρβαρντ.

Όπως δήλωσαν, τα ευρήματα παρέχουν στοιχεία για την αιτία που εμφανίζεται η πάθηση. Εντόπισαν τα χρωμοσώματα 1 και 7 να είναι σημαντικά όσον αφορά τον κίνδυνο μιας γυναίκας να παρουσιάσει τη νόσο.

Το χρωμόσωμα 7 εκτιμάται ότι εμπλέκεται στον έλεγχο των γονιδίων που αναπτύσσουν τη μήτρα και το τοίχωμά της, αναφέρει η έρευνα, ενώ το χρωμόσωμα 1 είναι κοντά σε γονίδιο σημαντικό για το μεταβολισμό και την ανάπτυξη του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.

Η ερευνήτρια, Dr Krina Zondervan, δήλωσε ότι η έρευνα είναι σημαντική επειδή παρέχει την πρώτη ισχυρή ένδειξη ότι ποικιλομορφίες στο DNA καθιστούν ορισμένες γυναίκες περισσότερο ευάλωτες στην ενδομητρίωση. Τώρα πρέπει να κατανοηθεί η επίδραση αυτών στα μόρια και κύτταρα το οργανισμού.

Η ενδομητρίωση είναι συχνή γυναικολογική πάθηση που επηρεάζει περίπου το 6 έως 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνονται ο χρόνιος πόνος στην πύελο, δυσμηνόρροια και σοβαρά προβλήματα γονιμότητας σε ορισμένες γυναίκες.

Ο επικεφαλής της έρευνας, Dr Stephen Kennedy, αισιοδοξεί ότι τα ευρήματα θα βοηθήσουν προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης λιγότερο επεμβατικών μεθόδων διάγνωσης και περισσότερο αποτελεσματικών αγωγών για την ενδομητρίωση.

Πηγές: ‘Nature Genetics’.