Γράφει ο Δημήτρης Καραγιώργος

Χαμηλότερη ποιότητα ζωής, σε σχέση με τους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους, δηλώνουν οι Έλληνες έφηβοι. Σπάνια υποβάλλονται σε προληπτικούς ιατρικούς ελέγχους, σχεδόν ποτέ δεν βοηθιούνται από ειδικό ψυχικής υγείας, ο ελεύθερος χρόνος είναι πολύ περιορισμένος και οι σχέσεις με τους γονείς προβληματικές.

Ελλείψεις παρατηρούνται και σε επίπεδο οικονομικών πόρων, με το 40% των εφήβων να μην έχουν ηλεκτρονικό υπολογιστή και το 31,6% δικό τους υπνοδωμάτιο.

Τα παραπάνω προκύπτουν από την έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 1.200 μαθητές ηλικίας 12 έως18 ετών και οι γονείς τους από όλη τη χώρα. Συγκρίθηκαν, δε, με τα αντίστοιχα αποτελέσματα ερευνών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε 22.300 εφήβους από 13 χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν σήμερα από τον διευθυντή του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αναπληρωτήκαθηγητή κ. Γιάννη Τούντα και την επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου, ψυχολόγο κ. Χριστίνα Δημητρακάκη.

Επικαλούμενοι τα ευρήματα της μελέτης, οι επιστήμονες σημείωσαν ότι οι Έλληνες έφηβοι δήλωσαν σε πολύ μικρότερο ποσοστό ότι έχουν έναν επαγγελματία Υγείας που μπορεί να τους παρέχει εμπιστευτικές συμβουλές, εφόσον το χρειαστούν.

Από τους έφηβους που επισκέφτηκαν κάποιον επαγγελματία Υγείας μέσα στις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες, το μεγαλύτερο ποσοστό το έκανε για λόγους κάποιας οξείας ασθένειας ή ενόχλησης, ενώ πολύ λίγοι επισκέφτηκαν κάποιον επαγγελματία Υγείας για προληπτικό έλεγχο.

Εντύπωση προκαλεί το ότι δεν αναφέρθηκε καθόλου η επίσκεψη σε σύμβουλο ψυχοκοινωνικής υγείας, αν και 1,2% των εφήβων αντιμετωπίζουν ψυχολογικές διαταραχές και 1,2% άλλες αναπτυξιακές και μαθησιακές δυσκολίες.

Πολύ χαμηλά είναι τα ποσοστά επίσκεψης σε σχολικό επαγγελματία υγείας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Πολωνία, σε σύγκριση με την Αυστρία, την Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το στοιχείο αυτό καθρεπτίζει την περιορισμένη ανάπτυξη του θεσμού της κοινοτικής προληπτικής.

Εντυπωσιακό είναι ότι σε σχέση με τη χρηματοδότηση της επίσκεψης σε επαγγελματία Υγείας κατά τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες, οι Έλληνες γονείς δήλωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοχρηματοδότησης της επίσκεψης.

Οι Έλληνες έφηβοι δηλώνουν μέτρια σωματική ευεξία, που είναι κοντά στον μέσο Ευρωπαϊκό όρο, αν και πιο κάτω από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Σε σύγκριση με τους περισσότερους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους, δηλώνουν φτωχότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά στην ψυχολογική τους ευεξία.

Το ίδιο ισχύει και για την αυτονομία τους και οι ειδικοί εκτιμούν ότι σε αυτό παίζει ρόλο το υπερφορτωμένο εξωσχολικό πρόγραμμα, το οποίο δεν τους αφήνει ευκαιρίες να δημιουργήσουν το δικό τους χρόνο για κοινωνικές σχέσεις και ψυχαγωγία.

Σε σύγκριση με τους περισσότερους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους, οι Έλληνες έφηβοι δηλώνουν φτωχότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά στη σχέση τους με τους γονείς τους και στις σχέσεις με τους συνομηλίκους τους.

Το 22,3% των εφήβων δήλωσαν ότι «ποτέ ή σπάνια» έχουν αρκετό χρόνο οι γονείς τους να διαθέσουν γι’ αυτούς, ενώ το 20% δήλωσαν ότι «ποτέ ή σπάνια» μπορούν να μιλήσουν στους γονείς τους όταν το θέλουν.

Ενδιαφέρον είναι ότι στις αντίστοιχες ερωτήσεις που απάντησαν οι γονείς, μόνο το 11,8% των γονιών δήλωσαν ότι «σπάνια ή ποτέ» δεν έχουν αρκετό χρόνο για να διαθέσουν για το παιδί, ενώ μόνο ένα 7% των γονιών δήλωσαν ότι το παιδί τους δεν μπορεί να τους μιλήσει όποτε θέλει.

Στην ερώτηση για την ποιότητα ζωής, σε σχέση με τους οικονομικούς πόρους, οι Έλληνες έφηβοι βρίσκονται στον μέσο όρο σε σχέση με την ικανοποίηση από τα οικονομικά τους.

Σύμφωνα, ωστόσο, με την ευρωπαϊκή κλίμακα οικονομικής ευημερίας της οικογένειας, φάνηκε ότι οι Έλληνες έφηβοι μαθητές υπολείπονται των Ευρωπαίων συνομηλίκων τους σε σημαντικούς δείκτες οικονομικής ευημερίας. Συγκεκριμένα, το 40% των εφήβων μαθητών στην Ελλάδα δεν έχουν ηλεκτρονικό υπολογιστή στο σπίτι, ενώ το 31,6% δεν έχουν δικό τους υπνοδωμάτιο.

Το κοινωνικό - οικονομικό επίπεδο της οικογένειας καθορίζει κατά πολύ την ποιότητα ζωής που δηλώνουν οι Έλληνες έφηβοι, σε όλες τις διαστάσεις της εκτός της διάστασης της αυτονομίας. Χειρότερη ποιότητα ζωής δηλώνουν οι έφηβοι, των οποίων οι οικογένειες δεν τα πάνε καλά στα οικονομικά τους.

Η ποιότητα ζωής σχετίζεται και με το φύλο, με τα κορίτσια να δηλώνουν χαμηλότερη ποιότητα ζωής σε πολλές διαστάσεις της. Η εφηβεία και η έναρξη της εμμηνορρυσίας μπορεί να εξηγούν ως ένα βαθμό τη φτωχότερη σωματική και ψυχολογική ποιότητα ζωής που δηλώνουν τα κορίτσια σε σχέση με τα αγόρια.

«Αγχώνονται», δε, περισσότερο όσον αφορά στο σώμα και την εμφάνιση τους, ενώ φαίνεται ότι τα αγόρια εξακολουθούν να έχουν περισσότερα προνόμια από ότι τα κορίτσια.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Πόσο συχνά να πλένουμε τα σεντόνια μας;
Αποκατάσταση μετά από long CoViD - Επίμονη επιβάρυνση στην ποιότητα ζωής
Χρόνιο στρες: Η επίπτωσή του στη γήρανση