Μια επί πολλές εβδομάδες εξωνοσοκομειακή αποκατάσταση βελτιώνει σημαντικά τη σωματική ικανότητα των ασθενών με σύνδρομο Long - CoViD Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλες ομάδες ασθενών που συμμετέχουν σε προγράμματα αποκατάστασης, η ποιότητα ζωής τους παραμένει μακροπρόθεσμα σαφώς περιορισμένη. Αυτό δείχνει νέα μελέτη επιστημόνων από τη Βιέννη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της Therme Wien.

Η μελέτη, με επικεφαλής τον Ferdinand Prüfer από το Ινστιτούτο Έρευνας Αποκατάστασης Ludwig Boltzmann στη Βιέννη, δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Archives of Rehabilitation Research and Clinical Translation. Στόχος της ήταν η σύγκριση των αποτελεσμάτων της αποκατάστασης σε άτομα με σύνδρομο Long - CoViD με εκείνα ασθενών που έπασχαν από πνευμονικές, καρδιαγγειακές, μεταβολικές ή ορθοπεδικές παθήσεις.

Συνολικά, 597 άτομα εντάχθηκαν σε πρόγραμμα εξωνοσοκομειακής αποκατάστασης. Από αυτούς, 227 έπασχαν από Long-Covid, 147 από ορθοπεδικά νοσήματα, 84 από καρδιαγγειακές παθήσεις, 83 από μεταβολικά νοσήματα, 35 από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) και 24 από άσθμα. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν περίπου 50 έτη, ενώ σχεδόν το 55% ήταν γυναίκες.

Το πρόγραμμα αποκατάστασης διήρκεσε από έξι έως δέκα εβδομάδες και περιλάμβανε συνολικά περίπου 3.000 λεπτά θεραπευτικών παρεμβάσεων. Επρόκειτο για ένα εξατομικευμένο, διεπιστημονικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε προπόνηση δύναμης και αντοχής, φυσικοθεραπεία, ψυχολογική υποστήριξη και διατροφική συμβουλευτική.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ομάδας long-CoViD ήταν ότι οι ασθενείς ήταν κατά μέσο όρο νεότεροι, με μέση ηλικία τα 44,7 έτη. Επιπλέον, παρουσίαζαν το υψηλότερο ποσοστό γυναικών (75,4%) σε σύγκριση με τις άλλες ομάδες ασθενών.

Όλες οι ομάδες παρουσίασαν στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης. Οι ασθενείς με Long-CoViD κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση στη σωματική λειτουργικότητα. Στη δοκιμασία βάδισης έξι λεπτών, η μέση απόσταση που διένυσαν αυξήθηκε κατά 60,4 μέτρα — η υψηλότερη βελτίωση μεταξύ όλων των ομάδων. Για σύγκριση, οι ασθενείς με άσθμα βελτίωσαν την απόστασή τους κατά 30,9 μέτρα, εκείνοι με καρδιαγγειακά νοσήματα κατά 47,4 μέτρα και οι ορθοπεδικοί ασθενείς κατά 46,8 μέτρα.

Παρά τις σαφείς σωματικές βελτιώσεις, οι ασθενείς με Long-CovID κατέγραψαν τόσο κατά την έναρξη όσο και κατά την ολοκλήρωση της αποκατάστασης τις χαμηλότερες τιμές ποιότητας ζωής, όπως αυτές αξιολογήθηκαν με το ερωτηματολόγιο EuroQol-5D και με οπτική αναλογική κλίμακα.

Ακόμη και μετά τη στατιστική προσαρμογή των αρχικών τιμών, η ποιότητα ζωής τους παρέμεινε σημαντικά χαμηλότερη σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες αποκατάστασης, με εξαίρεση τους ασθενείς με Long CoViD. Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σαφή ανάγκη για περαιτέρω δράση. Παρότι η εξωνοσοκομειακή αποκατάσταση συνοδεύεται από σημαντικές βελτιώσεις στη σωματική λειτουργικότητα των ασθενών με Long CoViD τα ελλείμματα στην ποιότητα ζωής παραμένουν.

Σε αντίθεση με άλλες κλασικές ενδείξεις αποκατάστασης, τα ψυχικά συμπτώματα και η έντονη κόπωση (fatigue) φαίνεται να ανταποκρίνονται λιγότερο αποτελεσματικά στα υπάρχοντα προγράμματα.

"Απαιτούνται στοχευμένες στρατηγικές αποκατάστασης που να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη την ψυχική υγεία και τα συμπτώματα εξάντλησης, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η ανάρρωση μετά την CoViD-19", καταλήγουν οι επιστήμονες.

Πηγές:
Archives of Rehabilitation Research and Clinical Translation

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Στυτική δυσλειτουργία οργανικής αιτιολογίας: Συνήθη παθολογικά αίτια
Βόλος: Σε καλύτερη κατάσταση το 3χρονο παιδί που υπέστη εγκεφαλίτιδα λόγω γρίπης
Θεαγένειο: Το πρώτο "έξυπνο" δημόσιο νοσοκομείο με δίκτυο 5G