Βασικό ερώτημα που προβάλλουν όσοι αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού ήταν πώς αυτό αναπτύχθηκε και κυκλοφόρησε τόσο γρήγορα, όταν η πραγματική πορεία παραγωγής ενός εμβολίου μπορεί να κρατήσει ως και 10 - 15 χρόνια.
Στο ερώτημα απάντησε ο καθηγητής Πνευμονολογίας - Εντατικής Θεραπείας και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, σε διάλεξή του στο πλαίσιο του Aristotle Innovation Forum. Όπως εξήγησε, η ανάπτυξη του εμβολίου για την COVID-19, ουσιαστικά χρησιμοποίησε έτοιμη γνώση από το πρόγραμμα ανάπτυξης του εμβολίου για τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV), το οποίο κράτησε 60 χρόνια.
Επιτάχυνση διαδικασιών
Σε μια συνήθη διαδικασία, παρατήρησε, γίνονται οι διαδοχικές φάσεις των κλινικών μελετών (Φάση Ι, ΙΙ, ΙΙΙ), με τις φαρμακευτικές εταιρείες να αξιολογούν σε κάθε στάδιο αν αξίζει να προχωρήσουν στο επόμενο, καθώς ρισκάρουν χρήματα. Ακολουθεί μια μακρά διαδικασία, κατά την οποία οι ερευνητές κάνουν ανάλυση δεδομένων, στατιστική ανάλυση, γράφουν το paper, το στέλνουν σε κάποιο περιοδικό, γίνεται δεκτό, δημοσιεύεται, στέλνουν πάλι όλα τα δεδομένα στους ρυθμιστικούς οργανισμούς (FDA, EMA), οι οποίοι κάνουν ξανά από την αρχή το review όλων των παραπάνω.
Στην περίπτωση του κορωνοϊού, εξήγησε, όλες αυτές οι διαδικασίες επιταχύνθηκαν: έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα όλες οι φάσεις των κλινικών μελετών, με τις εταιρείες να παίρνουν αδιανόητα υψηλό ρίσκο, ενώ όλα τα δεδομένα στέλνονταν ταυτόχρονα ηλεκτρονικά στους ερευνητές και στις ρυθμιστικές αρχές.
Το εμβόλιο RSV ως βάση
Μία από τις φάσεις των μελετών, δεν μπορούσε να γίνει γρήγορα: η Φάση Ι, η προκλινική. «Γιατί καταφέραμε πάρα πολύ γρήγορα να είμαστε εύστοχοι; εξαιτίας του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού», είπε ο κ.Βασιλακόπουλος και αναφέρθηκε σε μια ερευνητική προσπάθεια έξι δεκαετιών για την ανάπτυξη εμβολίου κατά του RSV, που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1950 και κατέληξε σε ένα εμβόλιο που στοχεύει στην πρωτεϊνη που χρησιμοποιεί ο ιός για να μπαίνει στα κύτταρα, όμως όχι με τη μορφή που έχει όταν είναι συνδεδεμένη πάνω στο κύτταρο, αλλά με τη μορφή όταν είναι ελεύθερη (pre-fusion). Δύο εταιρείες που έκαναν εμβόλια αυτής της στόχευσης έδειξαν σε μελέτες πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αποτροπή της νόσου του κατώτερου αναπνευστικού και ακόμη μεγαλύτερη στην αποτροπή της σοβαρής και απειλητικής για τη ζωή νόσου.
«Στην COVID πήραμε έτοιμη τη γνώση από όλο το πρόγραμμα ανάπτυξης του εμβολίου του RSV που κράτησε περίπου 60 χρόνια. Μεταφέραμε δηλαδή αυτή τη γνώση στο να φτιάξουμε γρήγορα το εμβόλιο του κορωνοϊού, έχοντας επίσης έτοιμη την πλατφόρμα της τεχνολογίας mRNA που αναπτύχθηκε κυρίως για να αντιμετωπίσει τον καρκίνο», υπογράμμισε ο καθηγητής.
Όταν το εμβόλιο πήρε την έγκριση για χορήγηση σε επείγουσα φάση, έδειχνε 95% αποτελεσματικότητα με την ενδιάμεση ανάλυση, ποσοστό που επιβεβαίωσε 6 μήνες μετά η τελική ανάλυση. «Δεν κανένα ψέμα, δεν έγινε καμία έκπτωση», τόνισε.
Ακολούθησε η ανάγκη για επαναληπτικές δόσεις, λόγω της πτώσης των αντισωμάτων μετά το τρίμηνο, αλλά και λόγω των συνεχών μεταλλάξεων του ιού. «Μετά μπήκαμε στη λογική να αλλάξουμε το εμβόλιο και καταλήξαμε τώρα να έχουμε ένα εμβόλιο το οποίο κάθε χρόνο προσαρμόζεται στις αλλαγές που έχει υποστεί ο ιός, για να είναι πιο αποτελεσματικό», κατέληξε ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Επίσκεψη Μητσοτάκη στο υπό ανέγερση νοσοκομείο Σπάρτης
Η ημικρανία με αύρα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου στους μεσήλικες [μελέτη]
"Άγιοι Ανάργυροι": Αναισθησιολόγος ζήτησε "φακελάκι" από ασθενή - Γεωργιάδης: Θα απομακρυνθεί από το ΕΣΥ