Μελέτη διερεύνησε το πώς επηρεάζει ο ύπνος τη διαδικασία της γήρανσης σε ολόκληρο το σώμα. Οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση μεταξύ διάρκειας ύπνου και βιολογικής γήρανσης σε πολλαπλά όργανα και συστήματα. Για να το πετύχουν, συνέκριναν τη διάρκεια ύπνου που ανέφεραν οι συμμετέχοντες με 23 δείκτες βιολογικής γήρανσης που βασίζονταν σε απεικονίσεις εγκεφάλου, πρωτεΐνες αίματος και μεταβολίτες. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο Nature, έδειξαν ότι τόσο ο πολύ λίγος όσο και ο υπερβολικός ύπνος συσχετίζονταν με ενδείξεις ταχύτερης βιολογικής γήρανσης, ενώ η μέτρια διάρκεια ύπνου συνδεόταν με πιο υγιή γήρανση.

«Στους περισσότερους δείκτες, η μικρότερη επιβάρυνση βιολογικής γήρανσης παρατηρήθηκε μεταξύ περίπου 6,4 και 7,8 ωρών ύπνου ανά νύχτα, αν και η ιδανική διάρκεια διέφερε μεταξύ οργάνων και φύλων. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης συσχετίσεις μεταξύ μη φυσιολογικής διάρκειας ύπνου, αυξημένου κινδύνου νόσων, υψηλότερης θνησιμότητας και κατάθλιψης, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ύπνος μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γήρανση ολόκληρου του οργανισμού» αναφέρει ο κ. Σπύρος Ευθυμιόπουλος Καθηγητής Νευροβιολογίας, Τμήμα Βιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνεχίζει: 

Κοιτάζοντας πέρα από τον εγκέφαλο

Ο ύπνος έχει συνδεθεί με την υγεία, τη μακροζωία και τον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών. Προηγούμενες έρευνες είχαν υποδείξει ότι τόσο η ανεπαρκής όσο και η υπερβολική διάρκεια ύπνου ενδέχεται να σχετίζονται με επιταχυνόμενη γήρανση, αλλά οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονταν σε περιορισμένο αριθμό δεικτών, συχνά σχετικών με τον εγκέφαλο.

Η παρούσα μελέτη υιοθέτησε μια πολύ ευρύτερη προσέγγιση. Οι ερευνητές συνδύασαν πληροφορίες από ιατρικές απεικονίσεις, μετρήσεις πρωτεϊνών στο αίμα, αναλύσεις μεταβολιτών, γενετικά δεδομένα και αρχεία υγείας, προκειμένου να διερευνήσουν πώς η διάρκεια του ύπνου σχετίζεται με τη γήρανση σε ολόκληρο το σώμα.

Εξέτασαν 23 διαφορετικούς δείκτες βιολογικής γήρανσης. Οι δείκτες αυτοί εκτιμούν κατά πόσο τα όργανα και οι ιστοί ενός ατόμου φαίνονται βιολογικά μεγαλύτεροι ή νεότεροι σε σύγκριση με τη χρονολογική του ηλικία. Όταν η βιολογική ηλικία είναι υψηλότερη από τη χρονολογική ηλικία, αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη επιταχυνόμενης γήρανσης.

Η ιδανική διάρκεια ύπνου

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης ήταν η ανακάλυψη ότι τόσο τα άτομα που κοιμούνταν λίγες ώρες όσο και εκείνα που κοιμούνταν πολλές ώρες παρουσίαζαν περισσότερες ενδείξεις βιολογικής γήρανσης. Αντίθετα, τα άτομα με μέτρια διάρκεια ύπνου εμφάνιζαν γενικά τη μικρότερη επιβάρυνση γήρανσης.

Εννέα από τους 23 δείκτες γήρανσης παρουσίασαν ιδιαίτερα ισχυρή σχέση με την μικρή και την μεγάλη διάρκεια του ύπνου. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν δείκτες που σχετίζονταν με τη γήρανση του εγκεφάλου, των πνευμόνων, του ήπατος, του ανοσοποιητικού συστήματος, του δέρματος, του ενδοκρινικού συστήματος, του λιπώδους ιστού και του παγκρέατος.

Συνολικά, η διάρκεια ύπνου που συσχετίστηκε με τη χαμηλότερη βιολογική ηλικία κυμαινόταν γενικά μεταξύ περίπου 6,4 και 7,8 ωρών ανά νύχτα. Ωστόσο, δεν υπήρχε μια ιδανική διάρκεια που να ισχύει για κάθε όργανο ή κάθε άτομο.

Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης παρόμοια μοτίβα όταν εξέτασαν εκατοντάδες επιμέρους χαρακτηριστικά απεικόνισης του εγκεφάλου, πρωτεΐνες του αίματος και μεταβολίτες. Αυτό υποδηλώνει ότι η σχέση μεταξύ ύπνου και γήρανσης εμφανίζεται με συνέπεια σε πολλά βιολογικά συστήματα.

Διαφορετικά όργανα, διαφορετικές ανάγκες ύπνου

Αν και το συνολικό μοτίβο ήταν παρόμοιο, οι λεπτομέρειες διέφεραν μεταξύ των οργάνων.

Για παράδειγμα, ένας δείκτης γήρανσης του εγκεφάλου που βασιζόταν σε πρωτεΐνες του αίματος ήταν βέλτιστος με διάρκεια ύπνου περίπου στις 7,7 ώρες, ενώ ένας δείκτης εγκεφαλικής γήρανσης που βασιζόταν σε απεικονίσεις μαγνητικού συντονισμού (magnetic resonance imaging, MRI) ήταν βέλτιστος με διάρκεια ύπνου 6,5 ώρες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι διαφορές αυτές ενδέχεται να αντανακλούν το γεγονός ότι οι δομικές μεταβολές στα όργανα και οι μοριακές μεταβολές στο σώμα δεν συμβαίνουν πάντοτε με τον ίδιο ρυθμό ούτε μέσω των ίδιων βιολογικών διεργασιών.

Η μελέτη αποκάλυψε επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ορισμένοι δείκτες γήρανσης παρουσίαζαν διαφορετικές μέσες τιμές ανά φύλο, ενώ άλλοι ανταποκρίνονταν διαφορετικά στη διάρκεια του ύπνου.

Για παράδειγμα, οι άνδρες εμφάνιζαν γενικά υψηλότερα επίπεδα γήρανσης σε ορισμένους δείκτες MRI του εγκεφάλου, ενώ οι γυναίκες εμφάνιζαν υψηλότερα επίπεδα σε ορισμένους πρωτεϊνικούς δείκτες εγκεφαλικής γήρανσης. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι ο ύπνος μπορεί να επηρεάζει τη γήρανση με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το φύλο και το βιολογικό σύστημα.

Ο λίγος και ο πολύς ύπνος δεν είναι το ίδιο

Οι ερευνητές έδειξαν επίσης ότι ο σύντομος και ο παρατεταμένος ύπνος έχουν διαφορετικά γενετικά υπόβαθρα. Η σύντομη διάρκεια ύπνου συνδέθηκε με γενετική δραστηριότητα σε αρκετές περιοχές του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένου του ιππόκαμπου, της παρεγκεφαλίδας και του κερκοφόρου πυρήνα. Η παρατεταμένη διάρκεια ύπνου δεν παρουσίασε τα ίδια ιστοειδικά γενετικά μοτίβα.

Επιπλέον, η σύντομη διάρκεια ύπνου συνδέθηκε γενετικά με ένα ευρύ φάσμα παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών νοσημάτων, των μεταβολικών διαταραχών, των μυοσκελετικών προβλημάτων, των ψυχιατρικών παθήσεων, των πνευμονικών νόσων και των διαταραχών του πεπτικού συστήματος. Η παρατεταμένη διάρκεια ύπνου παρουσίασε ένα πιο περιορισμένο μοτίβο συσχετίσεων. Συνδέθηκε ισχυρότερα με εγκεφαλοσχετιζόμενες και ψυχιατρικές καταστάσεις, όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, η διπολική διαταραχή, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας και η ημικρανία.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι ο λίγος και ο πολύς ύπνος δεν αποτελούν απλώς αντίθετα άκρα του ίδιου φάσματος. Αντίθετα, φαίνεται ότι εμπλέκουν εν μέρει διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς.

Συσχετίσεις με νόσους και θνησιμότητα

Σε σύγκριση με άτομα που κοιμούνταν μεταξύ έξι και οκτώ ωρών ανά νύχτα, τόσο αυτοί που κοιμόντουσαν λιγότερο όσο και αυτοί που κοιμόντουσαν περισσότερο αντιμετώπιζαν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων προβλημάτων υγείας.

Ο σύντομος ύπνος συσχετίστηκε με ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων της κατάθλιψης, του άγχους, της αϋπνίας, της παχυσαρκίας, του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, της υπέρτασης, των καρδιακών παθήσεων, των διαταραχών καρδιακού ρυθμού, της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, του άσθματος, της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, της γαστρίτιδας και των λειτουργικών διαταραχών του εντέρου.

Η παρατεταμένη διάρκεια ύπνου συνδέθηκε συνολικά με λιγότερες παθήσεις, αλλά εξακολουθούσε να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αρκετές πνευμονικές και πεπτικές διαταραχές.

Επιπλέον, τα άτομα που ανέφεραν σύντομη διάρκεια ύπνου είχαν 50% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία σε σύγκριση με όσους κοιμούνταν 6 έως 8 ώρες ανά νύχτα. Η παρατεταμένη διάρκεια ύπνου συσχετίστηκε με 40% υψηλότερο κίνδυνο.

Συνολικά, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι η μη φυσιολογική διάρκεια ύπνου μπορεί να συνδέεται στενά με τη συνολική υγεία και τη διαδικασία της γήρανσης.

Ύπνος, γήρανση και κατάθλιψη

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο σύντομος και ο παρατεταμένος ύπνος φαίνεται να επηρεάζουν την κατάθλιψη μέσω διαφορετικών οδών.

Η σύντομη διάρκεια ύπνου εμφάνισε κυρίως άμεση σχέση με την κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία. Η παρατεταμένη διάρκεια ύπνου παρουσίασε διαφορετικό μοτίβο. Η συσχέτισή της με την κατάθλιψη φαινόταν να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό μέσω διαδικασιών βιολογικής γήρανσης. Η γήρανση του εγκεφάλου διαδραμάτιζε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, ενώ συνέβαλλαν επίσης η γήρανση του λιπώδους ιστού και του ήπατος.

Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ότι ο σύντομος ύπνος μπορεί να επηρεάζει την κατάθλιψη μέσω πιο άμεσων μηχανισμών, ενώ ο παρατεταμένος ύπνος ενδέχεται να συνδέεται με την κατάθλιψη μέσω ευρύτερων μεταβολών που σχετίζονται με την ηλικία και συμβαίνουν σε πολλαπλά όργανα.

Η παρούσα μελέτη προσφέρει μία από τις πιο ολοκληρωμένες εξετάσεις της σχέσης μεταξύ διάρκειας ύπνου και βιολογικής γήρανσης σε ολόκληρο το σώμα. Συνδυάζοντας απεικονίσεις εγκεφάλου, μετρήσεις πρωτεϊνών και μεταβολιτών στο αίμα, γενετικές αναλύσεις και κλινικά δεδομένα, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τόσο ο ανεπαρκής όσο και ο υπερβολικός ύπνος συνδέονται με μεγαλύτερη βιολογική γήρανση.

Σε πολλά όργανα και βιολογικά συστήματα, η μικρότερη επιβάρυνση βιολογικής γήρανσης παρατηρήθηκε μεταξύ περίπου 6,4 και 7,8 ωρών ύπνου ανά νύχτα, αν και το βέλτιστο εύρος διέφερε ανάλογα με το όργανο και το φύλο.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι η μη φυσιολογική διάρκεια ύπνου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο νόσων και υψηλότερη θνησιμότητα. Επιπλέον, ο σύντομος και ο παρατεταμένος ύπνος φαίνεται να έχουν διαφορετικά βιολογικά και γενετικά θεμέλια και να επηρεάζουν την κατάθλιψη μέσω διαφορετικών μηχανισμών.

«Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι ο ύπνος δεν αποτελεί απλώς μια συμπεριφορά του εγκεφάλου. Συνδέεται με διαδικασίες γήρανσης σε ολόκληρο το σώμα, ενισχύοντας τη σημασία της διατήρησης υγιών συνηθειών ύπνου ως βασικού στοιχείου της υγιούς γήρανσης» καταλήγει ο κ. Ευθυμιόπουλος.

ΠΗΓΗ: The MULTI Consortium 2026; Sleep chart of biological ageing clocks in middle and late life. Nature, https://doi.org/10.1038/s41586-026-10524-5

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Affidea και Novo Nordisk: Μνημόνιο συνεργασίας για πρόληψη και διαχείριση παχυσαρκίας και σακχαρώδη διαβήτη
Δώδεκα ώρες στο νερό για τη Σκλήρυνση Κατά Πλάκας
Ιούνιος: Μήνας ευαισθητοποίησης για την πρόπτωση πυελικών οργάνων