Της ΣΟΦΙΑΣ ΝΕΤΑ

Τους τελευταίους μήνες έχει αρχίσει μια σημαντική επιστημονική συνεργασία μεταξύ της Ελλάδος και του Ισραήλ, η οποία έρχεται ως συνέχεια της προηγούμενης συνεργασίας του Καθηγητή Νευρολογίας και Διευθυντή του κέντρου Σκλήρυνσης κατά πλάκας του νοσοκομείου Hadassah στην Ιερουσαλήμ Δημήτριου Καρούση.

Η προηγούμενη συνεργασία ήταν με το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη, και ιδιαίτερα με τους κ. Γρηγοριάδη, τον Καθηγητή κ. Μυλωνά, και τον τωρινό Διευθυντή του Τμήματος Νευρολογίας κ. Τάσκο.

Πρόκειται για την εφαρμογή μιας καινούργιας και πρωτοποριακής θεραπείας σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας (και άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις) με τη χρήση βλατοκυττάρων, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Αθήνας, υπό την καθοδήγηση της Διευθύντριας του Νευρολογικού Τμήματος κ.

Καραγεωργίου.

Περιγραφή της θεραπείας

Υπάρχουν πολλών ειδών βλαστοκύτταρα, εξηγεί ο κ. Καρούσης. 'Πρόκειται για πολυδύναμα κύτταρα τα οποία κάτω από κατάλληλες συνθήκες έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιηθούν σε κύτταρα όλων των ιστών του σώματος συμπεριλαμβανομένων και των κυττάρων του νευρικού συστήματος.

Τα βλαστοκύτταρα, στην κλασική τους μορφή, λαμβάνονται συνήθως από εμβρυϊκούς ιστούς, όμως, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει δυνατόν να απομονωθούν βλαστοκύτταρα και από τους ιστούς οποιουδήποτε ενήλικα. Η πιο αποτελεσματική και εύκολη μέθοδος να παραχθούν μεγάλες ποσότητες τέτοιων βλαστοκυττάρων είναι από τον μυελό των οστών.

Ο μυελός των οστών περιέχει τα κλασικά βλαστοκύτταρα του αίματος (τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταμόσχευση του μυελού -στην περίπτωσή μας δεν αναφερόμαστε σε αυτά) και βλαστοκύτταρα μεσεγχυματικού τύπου, τα οποία είναι αυτά που χρησιμοποιούμε στην ομάδα μας στο Ισραήλ.

Η χρήση αυτών των κυττάρων σε νευρολογικές παθήσεις είναι αποτέλεσμα εντατικών ερευνών που έχουν γίνει στο εργαστήριό στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Hadassah στην Ιερουσαλήμ, σε συνεργασία με τον Καθηγητή κ. Slavin, Διευθυντή του Τμήματος Μεταμόσχευσης Μυελού στο Hadassah'.

Η μεταμόσχευση αυτού του είδους των βλαστοκυττάρων ξεκίνησε το 2002 σε πειραματικά μοντέλα (Καρούσης, Αμερικανική Ακαδημία Νευρολογίας, 2004-5) και έδειξε ότι στο μοντέλο των ποντικιών της σκλήρυνσης κατά πλάκας μπορούν τα κύτταρα αυτά να αναπλάσουν μυελίνη και νευρικό ιστό, ενώ παράλληλα προστατεύουν τα νευρικά κύτταρα από τη χρόνια φλεγμονή.

Παράλληλα δοκιμάστηκε και από μία ομάδα επιστημόνων στην Ιταλία. Η μέθοδος μεταμόσχευσης είναι πολύ απλή: τα κύτταρα λαμβάνονται με παρακέντηση από τον μυελό των οστών με σύντομη αναισθησία, μετά υποβάλλονται σε ειδική καλλιέργεια υπό πολύ ειδικές συνθήκες, σε πλήρως άσηπτο εργαστήριο στο νοσοκομείο Hadassah.

Αφού ετοιμαστούν τα κύτταρα γίνεται η έγχυσή τους με μια απλή οσφιονωτιαία παρακέντηση με τοπική μόνο αναισθησία. Ο ασθενής δεν έχει πόνους ή άλλες παρενέργειες από την έγχυση. Η όλη διαδικασία απαιτεί μόνο μία ημέρα εισαγωγής στο νοσοκομείο.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι εφόσον τα κύτταρα είναι του ιδίου του ασθενούς, δεν υπάρχει κίνδυνος απόρριψης και γι αυτό δεν υπάρχει κανένας λόγος χρήσης ανοσοκαταστολής.

Η πρώτη περίπτωση τέτοιους είδους μεταμόσχευσης πραγματοποιήθηκε πριν ενάμισι χρόνο (από την ομάδα μας) σε ασθενή που έπασχε από οξεία διατομή του νωτιαίου μυελού από τραύμα. Αυτός ο ασθενής έχει παρουσιάσει σταδιακή βελτίωση και από πλήρη παράλυση έχει ανακτήσει κάποια κινητικότητα στα πόδια και έχει σημαντική βελτίωση στην αισθητικότητα των κάτω άκρων και στον έλεγχο των σφιγκτήρων.

Από τότε έχει εφαρμοσθεί σε άλλους 10 ασθενείς με πολύ ακραίες νευροεκφυλιστικές παθήσεις όπως η ALS. Στους τελευταίους ασθενείς έχουμε διαπιστώσει μία σταθεροποίηση και ελαφριά βελτίωση αλλά είναι ακόμα νωρίς για να κρίνει κανείς από αυτά τα πρώιμα αποτελέσματα.

Σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά, σε συνεργασία με το Γενικό Κρατικό, πριν 3 μήνες και μόνο σε δύο περιπτώσεις. Όπως είναι φυσικό είναι ακόμα πολύ νωρίς για να έχουμε ενδείξεις αποτελεσματικότητας.

Οι πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν τον κίνδυνο επιμόλυνσης, τον οποίο φυσικά προσπαθούμε να μειώσουμε στο ελάχιστο, όπως και κάποιον θεωρητικό κίνδυνο τα εγχυόμενα βλαστοκύτταρα να πολλαπλασιαστούν υπερβολικά και να δημιουργήσουν νεοπλασία.

Τέτοιος κίνδυνος υπάρχει κυρίως με τα βλαστοκύτταρα εμβρυϊκού τύπου και όχι του μυελού των οστών. Στους επόμενους μήνες, καταλήγει ο κ. Καρούσης,η συνεργασία αυτή με τα Ελληνικά νοσοκομεία θα επεκταθεί και ελπίζουμε να υπάρξουν αντίστοιχα με τα (θεαματικά) αποτελέσματα που υπήρχαν στα πειραματόζωα.