Οι καλές σχέσεις γονέων παιδιών μπορεί να ωφελήσουν την υγεία των δέυτερων, αλλά η έλλειψή τους ή η κακοποίηση μπορεί να επιδράσουν αρνητικά στην υγεία και στην ευεξία, στη μέση ηλικία, ανακάλυψε νέα έρευνα.

Ο ερευνητής Matthew A. Andersson, του Baylor University στο Τέξας, δήλωσε ότι οι καλοί δεσμοί μεταξύ γονέων και παιδιών μπορεί να είναι αναγκαίοι για την επιβολή προγράμματος όσον αφορά το φαγητό, τον ύπνο και τις δραστηριότητες.

Η νέα έρευνα ανακάλυψε ότι αν η σχέση γονέως- παιδιού είναι δύσκολη, τα γεύματα μπορεί να είναι λιγότερο συντονισμένα και τα παιδιά είναι πιο πιθανό να τρώνε τροφές με ζάχαρη ή λιπαρά ως σνακ, ακόμα και στη θέση του κανονικού γεύματος.

Η ρουτίνα ύπνου και δραστηριοτήτων θα μπορούσε επίσης να γίνει άτακτη και να εμποδίζει τα παιδιά να αναπτύξουν υγιή τρόπο ζωής και τις κοινωνικές και συναισθηματικές ικανότητες που είναι αναγκαίες για πετυχημένο γήρας.

Αντίθετα, οι καλοί δεσμοί μεταξύ γονέων και παιδιών σε σπίτια με οικονομικά προβλήματα θα μπορούσαν να προάγουν την υγεία, αλλά δεν φαίνεται να μειώνουν την επίπτωση του χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά.
Γονείς με λιγότερη εκπαίδευση και λιγότερα οικονομικά πλεονεκτήματα είναι πιο ικανοί στο να πιέζουν για υπακοή παρά να έχουν εποικοδομητικό διάλογο και αυτό μειώνει ενδεχομένως τις θερμές σχέσεις.

Επιπλέον, ποσοστά νόσων ή φλεγμονής σε αυτά τα παιδιά όταν γίνονται ενήλικες έχουν συνδεθεί στενά με την κακοποίηση ή με χαμηλότερα επίπεδα γονεϊκής ζεστασιάς.

Ο Andersson σημείωσε ότι χωρίς επαρκή ποιότητα στη σχέση γονέως –παιδιού να το συνοδεύει, το κοινωνικό- οικονομικό πλεονέκτημα στην παιδική ηλικία μπορεί ενδεχομένως να μην προσφέρει μεγάλη προστασία έναντι χρόνιων νόσων όταν τα παιδιά γίνονται ενήλικες και φτάνουν στη μέση ηλικία.

Στην έρευνα, καλή υγεία στη μέση ηλικία θεωρήθηκε το να είναι κάποιος ελεύθερος από 28 πιθανές παθήσεις.
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε στοιχεία για νόσους ή φτωχή υγεία σε μεσήλικες. Εξετάστηκαν 2.746 άνθρωποι, 25 έως 75 ετών, το 1995, σχετικά με την αντιμετώπιση που είχαν από τους γονείς τους στην παιδική ηλικία.

Συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν ξανά σχεδόν 10 χρόνια αργότερα. Έλαβαν μέρος 1.692 από τους συμμετέχοντες.
Η νέα ανάλυση αποκάλυψε ότι η κακοποίηση στην παιδική ηλικία συνέχισε να υποσκάπτει την προστασία από νόσους όταν συνδεόταν με κοινωικο-οικονομικό πλεονέκτημα, κατέληξαν οι ερευνητές.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Health and Social Behavior.

 

Πηγές:
Journal of Health and Social Behavior.