Ενήλικα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη glargine 300U/ml, εμφάνισαν σταθερά χαμηλότερο ποσοστό επιβεβαιωμένων ή σοβαρών υπογλυκαιμικών επεισοδίων σε οποιαδήποτε στιγμή της νύχτας ή της ημέρας, σε σύγκριση με όσους έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη glargine 100U/ml, σε όλες τις τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1c (μέσος όρος γλυκόζης στο αίμα κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών μηνών). Τα αποτελέσματα αυτής της νέας μετα-ανάλυσης από τις κλινικές μελέτες Φάσης 3, EDITION 1, 2 και 3, σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παρουσιάστηκαν στο 52ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για τον Σακχαρώδη Διαβήτη (EASD), που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Μόναχο της Γερμανίας.

“Για τα άτομα με διαβήτη, η επίτευξη επαρκούς γλυκαιμικού ελέγχου είναι ζωτικής σημασίας, προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο μικροαγγειακών επιπλοκών. Ο κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της στάσης ενός ατόμου απέναντι στη θεραπεία του διαβήτη και μπορεί να συντελέσει στη βελτίωση της συμμόρφωσης στη θεραπεία και επομένως σε καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο σε πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής,” δήλωσε ο κ. Pratik Choudhary, Senior Lecturer and Consultant in Diabetes, Kings College London και κύριος συγγραφέας της παρουσίασης. “Αυτά τα αποτελέσματα σε περισσότερα από 2.000 άτομα με διαβήτη, δείχνουν ότι η ινσουλίνη glargine 300U/ml, θα μπορούσε να βοηθήσει τους ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 να πετύχουν παρόμοιο γλυκαιμικό έλεγχο με μικρότερο ποσοστό υπογλυκαιμικών επεισοδίων, σε σύγκριση με την ινσουλίνη glargine 100U/ml. Προσμένουμε με ανυπομονησία την επιβεβαίωση αυτών των σημαντικών ευρημάτων σε πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής.”

Τα πρώτα κλινικά δεδομένα σε πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής που δείχνουν την πιθανότητα επίτευξης γλυκαιμικού ελέγχου με λιγότερα υπογλυκαιμικά επεισόδια παρουσιάστηκαν στο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας, τον περασμένο Ιούνιο. Τα συγκεκριμένα δεδομένα προήλθαν από βάσεις δεδομένων σε επίπεδο ασθενή (από τη βάση δεδομένων Predictive Health Intelligence Environment) και αφορούσαν άτομα με διαβήτη που άλλαξαν από άλλη βασική ινσουλίνη σε ινσουλίνη glargine 300U/ml, σε πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα που έλαβαν θεραπεία με ινσουλίνη glargine 300U/ml μείωσαν την γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) κατά 0,64% (p<0,0001) μετά από 6 μήνες θεραπείας, ενώ η συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας ήταν 6,0% κατά την έναρξη και 5,1% την περίοδο παρακολούθησης (follow-up).

“Αυτά τα ενθαρρυντικά ευρήματα της μετα-ανάλυσης, σε συνδυασμό με τα προκαταρκτικά δεδομένα σε συνθήκες καθημερινής κλινικής πράξης, προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα της ινσουλίνης glargine 300U/ml να βοηθά τα άτομα με διαβήτη να επιτυγχάνουν καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο χωρίς να διατρέχουν επιπλέον κίνδυνο υπογλυκαιμίας,” δήλωσε ο κ. Riccardo Perfetti, επικεφαλής του ιατρικού τμήματος της Sanofi παγκοσμίως. “Διεξάγουμε ένα ευρύ κλινικό πρόγραμμα υπό πραγματικές συνθήκες κλινικής πρακτικής προκειμένου να επιβεβαιώσουμε αυτά τα ευρήματα.”

Η Sanofi διενεργεί τρεις μεγάλες, τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες –ACHIEVE, REACH και REGAIN CONTROL– για την αξιολόγηση της επίδρασης της ινσουλίνης glargine 300U/ml, σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 υπό συνθήκες καθημερινής κλινικής πράξης. Αυτές οι κλινικές μελέτες θα προσφέρουν μια σημαντική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ινσουλίνης glargine 300U/ml στη διαχείριση της νόσου, η οποία θα μπορούσε να καταστεί ιδιαίτερη χρήσιμη για τους ιατρούς που ασχολούνται με την διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη, εκπαιδευτές διαβήτη και ασφαλιστικά ταμεία.