Η μόλυνση του αέρα μπορεί να είναι ακόμα πιο επικίνδυνη απ’ ό,τι ήδη ξέραμε. Μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι μικροσκοπικά μόρια του εργοστασιακού αέρα και των αυτοκινήτων μπορούν να εισβάλουν στον εγκέφαλο με την αναπνοή, αυξάνοντας τον κίνδυνο άνοιας.

Υπάρχουν πληροφορίες που δείχνουν ότι η μόλυνση του αέρα, όπως ο καπνός του τσιγάρου, είναι επικίνδυνη για τον εγκέφαλο. Για την μελέτη, οι ειδικοί συνέλεξαν δείγματα αέρα, και έπειτα εξέθεσαν θηλυκά ποντίκια στην μόλυνση, ώστε να μελετηθούν τα αποτελέσματα που έχει ο μολυσμένος αέρας στην ανάπτυξη (αλλά και στον εκφυλισμό) του εγκεφάλου.

Τα ποντίκια ήταν φορείς μιας συγκεκριμένης γενετικής μετάλλαξης, του γονιδίου APOE4, που αυξάνει τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ. Έπειτα από έκθεση 15 εβδομάδων στον μολυσμένο αέρα, τα ποντίκια είναι 60% περισσότερες αμυλοειδείς πλάκες, συσσωρεύσεις δηλαδή πρωτεΐνης που σχετίζονται με την νόσο.

Επιπλέον, ανέλυσαν στοιχεία από περισσότερες από 3.600 γυναίκες από τις Η.Π.Α., με ηλικίες από 65 μέχρι και 79 καμία εκ των οποίων δεν έπασχε από άνοια στην αρχή της έρευνας. Μετά τον υπολογισμό παραγόντων όπως η φυλή, ο τρόπος ζωής και η γενικότερη κατάσταση της υγείας, οι ερευνητές ανακάλυψαν πως οι ηλικιωμένες γυναίκες που ζούσαν σε περιοχές που η μόλυνση του αέρα ξεπερνούσε τα επιτρεπτά όρια, βρίσκονταν σε 92% μεγαλύτερο κίνδυνο να πάσχουν από άνοια ή νόσο Αλτσχάιμερ. Αυτό γινόταν ιδιαίτερα ορατό σε γυναίκες-φορείς του γονιδίου APOE4.

Αν συμπεριλαμβάναμε σε αυτά τα ευρήματα τον ευρύτερο πληθυσμό, οι ερευνητές υπολογίζουν πως η μόλυνση του αέρα μπορεί να ευθύνεται για περίπου 21% όλων των περιπτώσεων άνοιας. Πιστεύεται ότι τα τοξικά αυτά μόρια εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της αναπνοής, και αντιμετωπίζονται ως εισβολείς, με φλεγμονώδεις αντιδράσεις του ανοσοποιητικού. Οι ίδιες αυτές αντιδράσεις είναι που μπορεί να εντείνουν τον κίνδυνο για την νόσο.

Έχοντας πει, πάντως, όλα αυτά, υπάρχουν και ορισμένοι ακόμα παράγοντες που απαιτούν ακόμα περισσότερη έρευνα. Αρχικά, δεν μπόρεσε να αποδειχθεί εντελώς πως η μόλυνση οφείλεται όντως για την αύξηση του κινδύνου, και έπειτα οι μελέτες περιορίστηκαν στα πειραματόζωα πράγμα που δεν μπορεί να μας επιβεβαιώσει εντελώς ότι θα δούμε παρόμοια αποτελέσματα στους ανθρώπους.

Πηγές: Translational Psychiatry