Του Δημήτρη Καραγιώργου

Σε επαγρύπνηση για την απειλή του γλαυκώματος, καλούν οι επιστήμονες την παγκόσμια κοινότητα. Στο πλαίσιο της προσπάθειας για έγκαιρη διάγνωση, αναμένεται να κηρυχθεί η 6η Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα Γλαυκώματος.

Ο ετήσιος αυτός θεσμός εγκαινιάζεται εφέτος, με κοινή πρωτοβουλία της Παγκόσμιας Ένωσης Γλαυκώματος και της Παγκόσμιας Ένωσης Γλαυκωματοπαθών.

‘Είναι απαράδεκτο να προξενεί ακόμη σήμερα το γλαύκωμα τόσο υψηλά ποσοστά οπτικής αναπηρίας’, σχολίασε σήμερα ο οφθαλμίατρος κ. Γεώργιος Λάμπρου, αντιπρόεδρος της Ιατρικής Επιτροπής της Παγκόσμιας Ένωσης Γλαυκωματοπαθών, και υπεύθυνος για την οργάνωση της Ημέρας Γλαυκώματος διεθνώς.

Σε όλο τον κόσμο, οφθαλμολογικές κλινικές και ομάδες υποστήριξης ασθενών με γλαύκωμα θα οργανώσουν εκδηλώσεις ενημέρωσης του κοινού και ανίχνευσης της πάθησης. Περισσότερες πληροφορίες για την Παγκόσμια Ημέρα Γλαυκώματος και τα κέντρα ενημέρωσης και ανίχνευσης σε κάθε χώρα, βρίσκονται στην ιστοσελίδα http://www.wgday.net/.

Ήδη, οι εκδηλώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες τον ερχόμενο Μάρτιο έχουν τεθεί υπό την αιγίδα του Δημάρχου της Νέας Υόρκης και του Αμερικανικού Κογκρέσου, ενώ ανάλογο αίτημα για τις εκδηλώσεις στην Ελλάδα έχει τεθεί και στον υπουργό Υγείας, κ.

Δημήτρη Αβραμόπουλο. Αξίζει να αναφερθεί ότι και το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο του Καναδά εξετάζει νομοσχέδιο για την δια νόμου αναγνώριση της Ημέρας Γλαυκώματος στη χώρα αυτή.

Στις ανεπτυγμένες χώρες, το γλαύκωμα είναι η κύρια αιτία τυφλότητας που μπορεί να προληφθεί. Εκτιμάται ότι το 2020, 80 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως θα υποφέρουν από γλαύκωμα, από τους οποίους τα 11,2 θα είναι τυφλοί και από τα δύο μάτια (ενώ σήμερα ο αριθμός των τυφλών παγκοσμίως από γλαύκωμα ανέρχεται στα 4,5 εκατομμύρια).

Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι πάνω από 800.000 άτομα είτε πάσχουν από γλαύκωμα, είτε πρόκειται να εμφανίσουν στη ζωή τους κάποιον παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση γλαυκώματος που θα απαιτήσει τακτικούς οφθαλμολογικούς ελέγχους προκειμένου να αποφευχθούν μόνιμες βλάβες της όρασης που, χωρίς θεραπεία, οδηγούν στην τύφλωση.

Το γλαύκωμα – γνωστό και ως ‘νόσος που τυφλώνει σιωπηρά’ – χαρακτηρίζεται από βαθμιαίες οπτικές απώλειες λόγω της εκφύλισης των νευρικών ινών που μεταφέρουν τις εικόνες από το μάτι στον εγκέφαλο μέσω του οπτικού νεύρου.

Καθώς αυτό καταστρέφεται σιγά-σιγά, μόνιμες οπτικές βλάβες εγκαθίστανται, που μπορούν να οδηγήσουν σε τύφλωση. Η έγκαιρη ανίχνευση μπορεί να γίνει από τον οφθαλμίατρο στα πρώιμα στάδια (όπου η πάθηση είναι ακόμη ασυμπτωματική για τον ασθενή) και αποτελεί το ‘κλειδί’ για να προληφθεί η δυσμενής εξέλιξη της νόσου.

Όμως, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι στις ανεπτυγμένες χώρες, πάνω από τους μισούς γλαυκωματοπαθείς δεν γνωρίζουν καν ότι έχουν γλαύκωμα, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες το ποσοστό αυτό φθάνει το 90%.

Τα άτομα που ανήκουν σε ‘ομάδες κινδύνου’ πρέπει να κάνουν μια πλήρη οφθαλμολογική εξέταση τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια. Στην Ευρώπη, οι ομάδες κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: κάθε άτομο με οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος, κάθε άτομο άνω των 60 ετών και τα άτομα με υψηλή μυωπία ή υπερμετρωπία.

Στα πρώτα στάδια, το γλαύκωμα δεν παρουσιάζει υποκειμενικά συμπτώματα για τον ασθενή και η όραση μπορεί να φαίνεται κανονική μέχρις ότου ένα μεγάλο μέρος της χαθεί οριστικά.

Η πάθηση μπορεί να παρουσιαστεί στο ένα μόνο μάτι, αλλά συνήθως εμφανίζεται και στα δύο. Δίχως διάγνωση και θεραπεία, η περιφερική όραση βλάπτεται πρώτα, και σε δεύτερο στάδιο μπορεί να επέλθει ολική τύφλωση. Η έγκαιρη ανίχνευση επιτρέπει και την έγκαιρη αγωγή (με οφθαλμικές σταγόνες και σπανιότερα με λέιζερ ή χειρουργική επέμβαση), η οποία συνήθως επιβραδύνει ή σταματά την επιδείνωση των οπτικών βλαβών, χωρίς όμως να μπορεί να επαναφέρει τις απώλειες όρασης που έχουν ήδη συντελεσθεί.