Δρ. Βασίλης Κιοσσές, Ψυχολόγος-Προσωποκεντρικός Θεραπευτής, Διδάκτωρ Ιατρικής Παν/μίου Ιωαννίνων

Τα τελευταία 4.000 χρόνια που ασκείται η ιατρική, η ίδια η επιστήμη επαναπροσδιορίζει τη γνώση της. Νέες υπερσύγχρονες τεχνικές ανακαλύπτονται διαρκώς. Φαρμακευτικές αγωγές που κάνουν θαύματα, θεραπεύουν ασθένειες που παλιότερα απειλούσαν ζωές. Όσα ξέραμε για την ιατρική, τα ανακαλύπτουμε ξανά και πολύ πιθανόν στο μέλλον τα δεδομένα να έχουν αλλάξει.

Το μοναδικό σταθερό όπλο που διαθέτει ένας επαγγελματίας υγείας στη φαρέτρα του είναι η σχέση που αναπτύσσει με τους ασθενείς του, δυστυχώς όμως η σημασίας της έχει παραγνωριστεί. Οι επαγγελματίες υγείας δαπανούν όλοένα και περισσότερο χρόνο προκειμένου να γνωρίσουν τα εργαλεία που διαθέτουν, με αποτέλεσμα να υποσκάπτεται ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους ώστε να γνωρίσουν ουσιαστικά τους ασθενείς τους.

Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, δημιουργώντας ένα πρότυπο πρόγραμμα εκπαίδευσης των φοιτητών ιατρικής στην ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος και του επιτρέπει να μπαίνει στη θέση του άλλου, να τον αφουγκράζεται και να δείχνει μια βαθιά, ανιδιοτελή κατανόηση, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε κριτική. Μέσα από το βιωματικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τον τίτλο «Έλα στη θέση μου, Γιατρέ!» οι φοιτητές ιατρικής, για πρώτη φορά στην Ελλάδα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν σε βάθος τη δεξιότητα της ενσυναίσθησης, να πειραματιστούν σε κλειστές εκπαιδευτικές ομάδες και να εντοπίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα διευκολύνουν τον ασθενή κατά τη διάρκεια της κλινικής πράξης.

Στο «Έλα στη θέση μου, Γιατρέ!» θα συναντήσει κανείς απροσδόκητες μεθόδους διδασκαλίας. Πρόκειται για μια εξ’ ολοκλήρου βιωματική διαδικασία, στην οποία οι φοιτητές εξασκούνται μέσα από παιχνίδια ρόλων, ενώ παράλληλα θα δει κανείς του φοιτητές να εκπαιδεύονται με τη χρήση πηλού και την κατασκευή κολάζ. Αξιοσημείωτο στην εκπαίδευση αυτή είναι πως δεν απαιτεί καθόλου κατ’ οίκον μελέτη. Για τη δομή και τη φιλοσοφία του, το «Έλα στη θέση μου, Γιατρέ!» έχει αποσπάσει ήδη δύο βραβεία (Βέλτιστη Μαθησιακή Εμπειρία- Έρευνα σε Πανεπιστήμιο με σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο).

Ενδιαφέρον είναι πως Αμερικανική Ιατρική Εταιρία αναφέρει πως ένας φοιτητής τελειώνοντας την Ιατρική Σχολή θα πρέπει να έχει μάθει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του το πώς θα είναι ενσυναισθητικός με τους ασθενείς του. Ωστόσο, μέχρι πρότινος καμία Ιατρική Σχολή στην Ελλάδα δεν προσέφερε ένα στοχευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα κάλυπτε αυτή την ανάγκη.

Ο λόγος για τον οποίο έχει ξεκινήσει ο διάλογος γύρω από τη σχέση γιατρού- ασθενή είναι γιατί η έρευνα και η διεθνής βιβλιογραφία είναι αδιαμφισβήτητες. Η ενσυναίσθηση μπορεί να ωφελήσει ολόκληρο το σύστημα υγείας. Με ποιον τρόπο; Ένας ενσυναισθητικός γιατρός κάνει ορθότερες διαγνώσεις, κάνει λιγότερα ιατρικά λάθη, εντοπίζει καλύτερα ψυχοσωματικές εκδηλώσεις και αντλεί περισσότερη ικανοποίηση από τη δουλειά του. Από την άλλη, ένας ασθενής που αισθάνεται πως ο γιατρός του είναι ενσυναισθητικός παρουσιάζει καλύτερες εκβάσεις στην υγεία του, είναι πιο συνεπής στις θεραπευτικές οδηγίες, αποκαλύπτει περισσότερες πληροφορίες στο γιατρό του, τον εμπιστεύεται περισσότερο. Πρακτικά όλα αυτά σημαίνουν πως οι αλλεπάλληλες επισκέψεις στα τμήματα επειγόντων περιστατικών μειώνονται, όπως επίσης και οι άσκοπες εργαστηριακές εξετάσεις. Ο ασθενής τηρεί τις οδηγίες, συνεπώς ο χρόνος θεραπείας μειώνεται, ενώ ο γιατρός αποτελεί πια ένα βασικό μέρος του υποστηρικτικού δικτύου του ασθενή.

Αυτό δηλαδή που θεωρούμε ως το πιο ανθρώπινο, είναι ταυτόχρονα και το πιο ωφέλιμο.

Η ενσυναίσθηση είναι μια βασική παράμετρος της προσωποκεντρικής (ή ασθενο-κεντρικής) φροντίδας. Ο ψυχίατρος και φιλόσοφος Karl Jaspers έδωσε αρκετή έμφαση σε μία ευρύτερη προσέγγιση της συμπόνοιας και συνέχισε προχωρώντας στη σημασία της κατανόησης της εμπειρίας του άλλου, σε αντιδιαστολή με την ερμηνεία της συμπεριφοράς. Σύμφωνα με τον ίδιο, το κλειδί της κατανόησης της υποκειμενικότητας είναι η ενσυναίσθηση. «Τα υποκειμενικά συμπτώματα δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο μέσω της εξέτασης οργάνων. Αυτά μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο εάν μεταφερθεί ο ένας στην ψυχή του άλλου. Μόνο εάν γίνει μια εσωτερική πραγματικότητα για τον παρατηρητή μέσω της συμμετοχής του στην εμπειρία του άλλου –και αυτό δεν είναι μια διανοητική διαδικασία». Ο ίδιος έδωσε μια επιπλέον διάσταση στην ενσυναίσθηση λέγοντας ότι η ακρίβειά της εξαρτάται και από τις υποκειμενικές εμπειρίες του παρατηρητή –στο βαθμό που εκείνος έχει βιώσει με κάποιον τρόπο τα συναισθήματα που αποδίδονται στον άλλο.

Προκειμένου ο ασθενής να αισθανθεί ότι ακούγεται και ότι γίνεται κατανοητός, θα πρέπει ο επαγγελματίας υγείας να έχει ανεπτυγμένη την ικανότητα για ενσυναίσθηση, είτε μέσω μάθησης, είτε μέσω της εποπτείας είτε μέσω των προσωπικών του εμπειριών. Η ενσυναίσθηση δεν είναι μόνο η ικανότητα να εισέρχομαι και να μοιράζομαι τα συναισθήματα του άλλου, αλλά είναι και η ικανότητα να κοιτάω τον κόσμο με τον τρόπο που ο άλλος τον κοιτάει. Η προσωποκεντρική σχέση με τον ασθενή δεν είναι μια σχέση ισχύος, αλλά πρόκειται για μια ισότιμη σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενή, ενώ συμπεριλαμβάνει τον καταμερισμό των ευθυνών, τη θεραπευτική συμμαχία, τις βιοψυχοκοινωνικές παραμέτρους του ασθενή αλλά και το γιατρό ως πρόσωπο.

Η διάγνωση, κατά την προσωποκεντρική προσέγγιση και σύμφωνα με τον ιστορικό της ιατρικής Lain-Entralgo), δεν είναι ο εντοπισμός μιας ασθένειας (νοσολογική διάγνωση) ή η διαφοροποίηση μιας ασθένειας από μια άλλη (διαφοροδιάγνωση) αλλά η βαθιά κατανόηση του τί συμβαίνει στο μυαλό και το σώμα του ασθενή. Επιπλέον στοιχείο της «προσωποκεντρικότητας» αυτής είναι η έμφαση που δίδεται στην ισοτιμία και στην χωρίς αποκλεισμούς ανοιχτή διαδικασία μεταξύ γιατρού και ασθενή, η οποία περιλαμβάνει το διάλογο και την επαρκή αλληλεπίδρασή τους. Σε αυτή την ισότιμη αλληλεπίδραση συμμετέχει ο κλινικός γιατρός, ο ασθενής, η οικογένεια (ως ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο) και τα μέλη της κοινωνίας (δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί κτλ). Όλα τα μέλη της αλληλεπίδρασης αυτής σέβονται τις αξίες και πεποιθήσεις του ατόμου που ζητάει βοήθεια.

Θα αναρωτηθεί κανείς, πόσος χρόνος χρειάζεται και αν υπάρχει αυτός ο διαθέσιμος χρόνος, όταν οι επαγγελματίες υγείας στα ελληνικά νοσοκομεία καλούνται να διεκπαιρεώσουν μεγάλο όγκο ασθενών στη βάρδιά τους. Η ενσυναίσθηση δεν απαιτεί απαραίτητα χρόνο. Η ενσυναίσθηση είναι ουσιαστικά ο τρόπος που επιλέγω να σχετιστώ με τον ασθενή μου, ακόμα και μέσα από τη στάση μου, τον τρόπο που διατυπώνω τις ερωτήσεις μου, τον τρόπο που κοιτάω ή/ και πλησιάζω. Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να δείξω πως ακούω ενεργητικά, κατανοώ σε βάθος, σέβομαι τις ανάγκες του ασθενή μου και επικυρώνω τα συναισθήματά του.

Το «Έλα στη θέση μου, Γιατρέ!» έρχεται ουσιαστικά για να δημιουργήσει μια συνθήκη όπου οι επαγγελματίες υγείας θα επαναπροσδιορίσουν τη σχέση με τους ασθενείς τους.