Ερευνητές του Rice University ανακοίνωσαν ότι άνθρωποι που πασχίζουν να ξεπεράσουν τη θλίψη λόγω απώλειας αγαπημένου έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν δυνητικά μοιραία επίπεδα φλεγμονής.

Όσοι  ξεπερνούν πιο εύκολα το θάνατο του συζύγου τείνουν σε πιο υγιές αποτέλεσμα.

Ο Chris Fagundes, δήλωσε ότι προηγούμενες έρευνες έδειξαν ότι η φλεγμονή συμβάλλει σε σχεδόν κάθε νόσο σε μεγαλύτερης ηλικίας ενήλικες.

Πρόσθεσε, ότι επίσης γνωρίζουμε πως η κατάθλιψη συνδέεται με μεγαλύτερα επίπεδα φλεγμονής και όσοι χάνουν τον σύζυγό τους έχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο για μείζονα κατάθλιψη, καρδιακή προσβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο και πρόωρη θνησιμότητα.

Ωστόσο πρόκειται για την πρώτη έρευνα που επιβεβαιώνει ότι η θλίψη-άσχετα από το επίπεδο των συμπτωμάτων κατάθλιψης-μπορεί να προάγει τη φλεγμονή, που με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικά  αποτελέσματα για την υγεία.

Οι ερευνητές πήραν συνέντευξη από 99 χήρους ή χήρες που έχασαν πρόσφατα τον αγαπημένο τους και οι οποίοι έδωσαν δείγματα αίματος.

Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν με βάση το επίπεδο θλίψης-όσοι θα πενθούσαν πιο βαριά συγκρίθηκαν με όσους δεν είχαν τόσο μεγάλη δυσκοίλια με τον θάνατο του αγαπημένου τους.

Συγκρίνοντας δείγματα αίματος, ο Fagundes ανακάλυψε ότι όσοι πενθούσαν πιο έντονα είχαν μέχρι 17% υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής έναντι όσων είχαν λιγότερα συμπτώματα θλίψης.

Το άνω τρίτο όσων πάσχιζαν περισσότερο είχε 53,4% υψηλότερο επίπεδο φλεγμονής σε σχέση με το κάτω τρίτο όσων είχαν τις λιγότερες δυσκολίες.

Ο Fagundes δήλωσε ότι η νέα έρευνα δείχνει ποιος, μεταξύ όσων πενθούν, έχει τον υψηλότερο κίνδυνο. Τώρα που γνωρίζουμε τα 2 σημαντικά ευρήματα μπορούμε να σχεδιάσουμε παρεμβάσεις με στόχο αυτόν τον παράγοντα κινδύνου σε όσους έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο μέσω συμπεριφοριστικών ή φαρμακολογικών προσεγγίσεων, πρόσθεσε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή έκδοση του Psychoneuroendocrinology. 

Πηγές: Psychoneuroendocrinology.