Νέα έρευνα δείχνει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει και την ψυχική υγεία.

Η έρευνα, που συνδυάζει γενετικά στοιχεία από το iPSYCH με στοιχεία ατμοσφαιρικής ρύπανσης του Department of Environmental Science, δείχνει ότι παιδιά που εκτίθενται σε υψηλό επίπεδο ρύπανσης καθώς μεγαλώνουν έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σχιζοφρένειας.

Η Henriette Thisted Horsdal, δήλωσε ότι η έρευνα δείχνει ότι όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο ατμοσφαιρικής ρύπανσης τόσο μεγαλώνει και ο κίνδυνος σχιζοφρένειας. Για κάθε 10 μg/m3 αύξηση στον καθημερινό μέσο όρο έκθεσης, ο κίνδυνος για την ψυχική αυτή νόσο αυξάνει περίπου 20%. Παιδιά που εκτίθενται σε μέσο καθημερινό επίπεδο πάνω από 25 μg/m3  έχουν περίπου 60% μεγαλύτερο κίνδυνο για σχιζοφρένεια σε σύγκριση με όσα εκτίθενται σε λιγότερο από 10 μg/m3.

Ο δια βίου κίνδυνος εμφάνισης σχιζοφρένειας, είναι περίπου 2%.

Σε ανθρώπους που εκτίθενται στα χαμηλότερα επίπεδα ρύπανσης ο δια βίου κίνδυνος είναι κάτω από 2% ενώ όσων εκτίθενται στα υψηλότερα επίπεδα είναι περίπου 3%.

Η ερευνήτρια πρόσθεσε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης σχιζοφρένειας είναι επίσης υψηλότερος αν κάποιος έχει μεγαλύτερη γενετική ευαλωτότητα στη συγκεκριμένη νόσο. Τα νέα στοιχεία δείχνουν ότι οι σχέσεις είναι ανεξάρτητες η μια από την άλλη. Η σύνδεση μεταξύ ατμοσφαιρικής ρύπανσης και σχιζοφρένειας δεν μπορεί να εξηγηθεί από υψηλότερη γενετική ευαλωτότητα σε ανθρώπους που μεγαλώνουν σε περιοχές με υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Η έρευνα έγινε σε 23.355 ανθρώπους από τους οποίους 3.531 εμφάνισαν σχιζοφρένεια. Αν και τα αποτελέσματα δείχνουν αύξηση του κινδύνου για σχιζοφρένεια όταν αυξάνει το επίπεδο ατμοσφαιρικής ρύπανσης, στην παιδική ηλικία, οι ερευνητές  δεν μπορούν να σχολιάσουν την αιτία. Τονίζουν ότι χρειάζονται νέες έρευνες.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο JAMA Network Open.

Πηγές: JAMA Network Open.