Του ανταποκριτή μας, Βασίλη Ιγνατιάδη

Σε πολύ υψηλά επίπεδα - μεταξύ 27% και 29% - παραμένει το ποσοστό θετικότητας των μοριακών τεστ που διενεργούνται στη Θεσσαλονίκη και αναλύονται αυτές τις μέρες στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας του ΑΠΘ. Όπως διευκρινίζει, μιλώντας στο Iatronet ,η βιοπαθολόγος, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Ιατρικού Τμήματος του ΑΠΘ, Γεωργία Γκιούλα, το ποσοστό αυτό δεν αντικατοπτρίζει τη διασπορά του ιού στον γενικό πληθυσμό, καθώς δεν προέρχεται από τυχαία δειγματοληψία. Πρόκειται για δείγματα από ασθενείς που προσέρχονται με κάποια συμπτωματολογία στα νοσοκομεία της πόλης, καθώς και δείγματα λαμβάνονται κατά τις αποστολές των κινητών μονάδων του ΕΟΔΥ στο πλαίσιο της ανίχνευσης.

Τα ποσοστά θετικότητας παρουσιάζουν μικρή υποχώρηση σε σχέση με το 32% που είχαν φτάσει στα τέλη Οκτωβρίου, όταν χτύπησε το "καμπανάκι" στο υπουργείο Υγείας και οδήγησαν στην επιβολή του lockdown στη Θεσσαλονίκη στις 3 Νοεμβρίου, μια εβδομάδα πριν από την υπόλοιπη χώρα.

"Το καλοκαίρι, η θετικότητα είχε πέσει και κάτω από τη μονάδα και συνήθως κυμαινόταν στο 2%. Τότε είχαμε από μηδενικά μέχρι μονοψήφια καθημερινά κρούσματα στη Θεσσαλονίκη. Το φθινόπωρο η δείκτης άρχισε να αυξάνεται ραγδαία. Μια εβδομάδα πριν από το lockdown, βλέπαμε τα ποσοστά και ξέραμε ότι θα φτάναμε στα 700 και πλέον κρούσματα καθημερινά. Όντως, κάποια στιγμή η θετικότητα έφτασε και το 32%", επισημαίνει η κ. Γκιούλα, τονίζοντας πως "αν δεν υπήρχε lockdown τα κρούσματα σήμερα θα ήταν σίγουρα τετραψήφια".

"Η τελευταία δύσκολη εβδομάδα"

Οι επιστήμονες του Εργαστηρίου μελετούν τον ιό από το πρώτο κύμα της πανδημίας, την περασμένη άνοιξη, παρακολουθώντας και καταγράφοντας τις μεταλλάξεις του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται στις συνθήκες και να γίνεται πιο μεταδοτικός.

"Οι μεταλλάξεις που έχουν γίνει ως τώρα δεν έχει αποδειχτεί ότι τον έχουν καταστήσει πιο παθογονικό και φονικό. Δεν φταίνε οι μεταλλάξεις για την αύξηση του αριθμού των θανάτων, αλλά η μεγάλη του διασπορά. Οι μεταλλάξεις τον έχουν κάνει πιο προσαρμοστικό και πιο μεταδοτικό. Σε συνδυασμό και με την αλλαγή των καιρικών συνθηκών, που συγκέντρωσε τους πολίτες σε κλειστούς χώρους, υπήρξε έξαρση των μολύνσεων το φθινόπωρο, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση της πίεσης στο σύστημα υγείας, αύξηση των εισαγωγών στις ΜΕΘ και αύξηση των θανάτων".

Αναφερόμενη στο γεγονός ότι η διαφαινόμενη βελτίωση της επιδημιολογικής επιβάρυνσης στη Θεσσαλονίκη δεν έχει αποτυπωθεί ακόμη στον αριθμό των κρουσμάτων και στην κατάσταση στα νοσοκομεία, παρά το γεγονός ότι η πόλη διανύει την τέταρτη εβδομάδα σε καθεστώς lockdown, η κ. Γκιούλα επισημαίνει πως παρατηρείται επιπέδωση της καμπύλης και σταδιακή υποχώρηση, η οποία θα φανεί τις επόμενες μέρες.

"Θέλω να πιστεύω ότι διανύουμε την τελευταία δύσκολη εβδομάδα. Η κατάσταση που επικρατεί στις ΜΕΘ σήμερα αποτυπώνει το αποτέλεσμα των λοιμώξεων που ξεκίνησαν πριν από 2 - 3 εβδομάδες. Από τις επόμενες μέρες ευελπιστώ πως θα δούμε σταδιακή βελτίωση της εικόνας", σημειώνει.

Φόβοι για το τρίτο κύμα, σε συνδυασμό με τη γρίπη

Ενόψει της σχεδιαζόμενης χαλάρωσης των περιοριστικών μέτρων για τις γιορτές των Χριστουγέννων, η κ. Γκιούλα υπογραμμίζει την ανάγκη να γίνει με προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο να ξεσπάσει τρίτο κύμα της πανδημίας στις αρχές του ερχόμενου έτους.

"Φοβάμαι πολύ ένα τρίτο κύμα που θα συνοδεύεται από τη γρίπη. Από τα μέσα Γενάρη μέχρι και τον Απρίλιο έχουμε κάθε χρόνο έξαρση των ιογενών λοιμώξεων. Αν αυτή συνοδευτεί και από ένα τρίτο κύμα της πανδημίας, αντιλαμβάνεται κανείς πως η πίεση στο σύστημα υγείας θα αυξηθεί περαιτέρω", τόνισε, προσθέτοντας πως "η όποια χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων πρέπει να γίνει με προσοχή. Για παράδειγμα, καλώς ακούω πως θα απαγορευτεί η μετακίνηση από νομό σε νομό".

Για το εμβόλιο, σημείωσε πως ακόμη και αν έρθει νωρίς, στα τέλη Δεκεμβρίου με αρχές Ιανουαρίου, θα χρειαστεί ένα διάστημα πολλών μηνών μέχρι να εμβολιαστεί ικανός αριθμός πολιτών που θα εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό ποσοστό ανοσίας

Ως 1.000 δείγματα καθημερινά

Στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας του ΑΠΘ, που αποτελεί Εθνικό Κέντρο Αναφοράς, φτάνουν αυτή την περίοδο κατά μέσο όρο 600 - 700 δείγματα για ανάλυση καθημερινά, φτάνοντας κάποιες μέρες και 1.000.

Στην περίοδο του καλοκαιριού τα δείγματα έφταναν και τις 3.000 με 4.000, καθώς το Εργαστήριο εξυπηρετούσε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα, το σύνολο των νοσοκομείων της πόλης, καθώς και τα τεστ που γίνονταν στην πύλη εισόδου του Προμαχώνα.

Σήμερα, ο αριθμός έχει περιοριστεί, καθώς έχουν δημιουργηθεί εργαστήρια σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, ενώ τρία μεγάλα νοσοκομεία της πόλης (ΑΧΕΠΑ, Παπαγεωργίου και Ιπποκράτειο) έχουν πλέον τα δικά τους εργαστήρια.