Η αυξανόμενη έρευνα και ανάπτυξη φαρμάκων, η μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης χρόνιων ασθενειών, η εντονότερη σημασία των γενόσημων φαρμάκων και η αυξανόμενη πρόσληψη βιοφαρμακευτικών προϊόντων είναι οι πρωταρχικοί παράγοντες που θα ενισχύσουν την αγορά των δραστικών ουσιών στο μέλλον. Από την άλλη πλευρά, οι δυσμενείς πολιτικές ελέγχου των τιμών των φαρμάκων σε διάφορες χώρες και το υψηλό κόστος παραγωγής τους αναμένεται να περιορίσει την ανάπτυξη αυτής της αγοράς.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την έρευνα, η παγκόσμια αγορά δραστικών φαρμακευτικών συστατικών προβλέπεται να φτάσει τα 248,3 δισ. δολ. έως το 2025 από 187,3 δισ. δολ. το 2020, σημειώνοντας την περίοδο πρόβλεψης άνοδο της τάξεως του 5,8% .   

Με βάση τον τύπο, η αγορά δραστικών φαρμακευτικών συστατικών χωρίζεται σε καινοτόμες ουσίες και ουσίες για γενόσημα φάρμακα. Το τμήμα των καινοτόμων APIs αντιπροσώπευε το μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς δραστικών φαρμακευτικών συστατικών το 2019. Οι αυξημένες εγκρίσεις από τον FDA για νέα μόρια, η υψηλή τιμή των καινοτόμων API σε σύγκριση με τα γενόσημα φάρμακα, η αυξημένη εστίαση στην Ε & Α από τις εταιρείες καινοτόμων API είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη του καινοτόμου τμήματος API.

Με βάση την εφαρμογή, η αγορά των δραστικών φαρμακευτικών συστατικών χωρίζεται σε μεταδοτικές ασθένειες, στην ογκολογία, στις καρδιαγγειακές παθήσεις, στο διαβήτη, στη διαχείριση του πόνου, στις χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, καθώς και σε άλλες θεραπευτικές εφαρμογές, όπως νευρολογία, ανοσολογία, αιματολογία, πνευμονολογία, αιματο-ογκολογία, ρευματολογία κ.ά. Το 2019, το τμήμα της ογκολογίας κατέγραψε την υψηλότερη άνοδο, γεγονός που οφείλεται στην αυξανόμενη ζήτηση για πολύ ισχυρά API (HPAPIs) για τη θεραπεία του καρκίνου. Αυτό το τμήμα αναμένεται να πρωταγωνιστήσει και την περίοδο πρόβλεψης. 

Σημαντικοί παίκτες στην αγορά των δραστικών φαρμακευτικών συστατικών είναι οι Pfizer Inc. (Αμερική), Novartis International AG (Ελβετία), Merck & Co. (Αμερική), Teva Pharmaceutical Industries Ltd. (Ισραήλ), Mylan NV (ΗΠΑ), Boehringer Ingelheim (Γερμανία ), F. Hoffmann-La Roche AG (Ελβετία), Sanofi (Γαλλία), AbbVie (ΗΠΑ), Eli Lilly and Company (Αμερική), AstraZeneca (Αγγλία), Bristol-Myers Squibb (Αμερική) και GlaxoSmithKline plc (Αγγλία) .  

 

Πηγές: marketsand markets