Δύο μεγάλες μελέτες από την Αγγλία και την Αυστραλία που δημοσιεύονται σε ένα από τα μεγαλύτερα και εγκυρότερα ιατρικά περιοδικά, το ‘Lancet’, υποστηρίζουν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η δόση των στατινών τόσο το αποτέλεσμα είναι καλύτερο.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυξάνοντας τη δόση της πιο κλασικής στατίνης της συμβαστατίνης πέτυχαν περαιτέρω ελάττωση των καρδιακών συμβαμάτων κατά 13% και των εγκεφαλικών επεισοδίων κατά 16%. Πέραν όμως από τα εντυπωσιακά αυτά ευρήματα, οι ερευνητές υπολογίζουν ότι παρατηρείται μία περαιτέρω ελάττωση των ενδεδειγμένων χειρουργικών επεμβάσεων bypass κατά 19%.

Τα ευρήματα αυτά θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά γιατί προστίθενται στα ήδη γνωστά από δεκάδες άλλες αξιόλογες μελέτες που υποστηρίζουν ότι γενικά οι στατίνες επιτυγχάνουν ελάττωση κατά 30-40% των καρδιοαγγειακών συμβαμάτων, δηλαδή του εμφράγματος του μυοκαρδίου, των εγκεφαλικών επεισοδίων και του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου.

Κατά συνέπεια, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η κατηγορία των φαρμάκων έχει επιτύχει τόσο εξαιρετικά αποτελέσματα, που κανένα άλλο φάρμακο ή καμία άλλη επεμβατική μέθοδος μέχρι σήμερα δεν έχει επιτύχει. Ο κόσμος πίστευε συμπεριλαμβανομένων και των γιατρών ότι ανοίγοντας τις στενωμένες αρτηρίες ή παρακάμπτοντας τα στενώματα θα κατάφερναν να νικήσουν τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια και οι παθήσεις αυτές κάποια στιγμή θα περνούσαν στην Ιστορία της Ιατρικής.

Οι ελπίδες όμως αποδείχθηκαν φρούδες και έτσι στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, τα νέα από το κεφάλαιο των στατινών αναπτερώνουν και πάλι τις ελπίδες.

Εν τούτοις, πάντα υπάρχει και ο αντίλογος. Καλά, αυξάνοντας τη δόση των στατινών δεν αυξάνονται και οι παρενέργειές τους, όταν μάλιστα τόσα πολλά έχουν λεχθεί για τις παρενέργειες αυτών των φαρμάκων; Οι δύο αυτές μελέτες που δημοσιεύθηκαν στο ‘Lancet’ φαίνεται ότι απαντούν.

Η σοβαρότερη επιπλοκή από τη λήψη των στατινών είναι η μυοπάθεια, που εκδηλώνεται είτε σαν μυϊκή ευαισθησία είτε σαν πόνος στους μυς (μυαλγίες). Η επιπλοκή αυτή σε λήψη χαμηλής δόσης στατινών βρέθηκε ότι είναι της τάξεως του 0,03%, ενώ σε υψηλές δόσεις φθάνει στο 0,9%, δηλαδή δεν ξεπερνά ούτε το 1%.

Οι τυχόν παρενέργειες από το ήπαρ (συκώτι) είναι ασήμαντες. Πιθανή αύξηση των ηπατικών ενζύμων στο αίμα δεν μεταφράζεται σε σοβαρή ηπατική βλάβη. Στις περιπτώσεις αυτές μια μεταβολή της δόσης των στατινών ή αλλαγή φαρμάκων αποτελεί τη λύση.

Παρενέργειες του τύπου της ραβδομυόλυσης ή της ανάπτυξης καρκίνου από τη χρόνια λήψη στατινών δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη.

Τελικά το πρακτικό ερώτημα που υπάρχει είναι το κατά πόσον θα πρέπει να χορηγείται μια ισχυρή στατίνη τρίτης γενιάς σε μικρότερη δόση ή μία δοκιμασμένη παλαιά στατίνη σε μεγαλύτερη δόση. Το ερώτημα αυτό σήμερα δεν έχει απαντηθεί.

Όμως είναι αναμφισβήτητο ότι θα απαντηθεί στο άμεσο μέλλον, καθώς αυτή την περίοδο διενεργούνται πολλές νεότερες μελέτες. Εν τούτοις, παραμένει αναμφισβήτητο αξίωμα ότι η LDL (κακή) χοληστερίνη όσο χαμηλότερη είναι στο αίμα τόσο τα θετικά αποτελέσματα είναι ορατά.

Άλλωστε γι’ αυτό το λόγο δικαιώνονται και οι δύο αυτές μελέτες, η μία από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και η άλλη από το Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ, που συνηγορούν υπέρ της μεγάλης δοσολογίας στις στατίνες με προφανή στόχο την κατά το δυνατόν χαμηλότερη LDL χοληστερίνη.

Συμπερασματικά, οι στατίνες τείνει να αποδειχθούν ότι είναι για την Καρδιολογία ό,τι υπήρξε η πενικιλίνη για τις λοιμώξεις, δηλαδή το φάρμακο του αιώνα.