Υπαραχνοειδής αιμορραγία είναι ένας ιδιαίτερος τύπος εγκεφαλικής αιμορραγίας που συνήθως εκδηλώνεται αιφνιδιαστικά, σε ανθρώπους κάθε ηλικίας, χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα και που χρειάζεται επείγουσα αντιμετώπιση.

Ο εγκέφαλος καλύπτεται από τρεις διακριτές μεμβράνες, τις μήνιγγες. Η μεσαία από αυτές λέγεται αραχνοειδής μήνιγγα. Κάτω από την αραχνοειδή μήνιγγα και γύρω από τον εγκέφαλο υπάρχει ένας στενός, κενός χώρος μέσα στον οποίο κυκλοφορεί εγκεφαλονωτιαίο υγρό και μέσα στον οποίο φιλοξενούνται τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου (αρτηρίες και φλέβες).

Αυτός ο χώρος ονομάζεται υπαραχνοειδής χώρος.

Η υπαραχνοειδής αιμορραγία λέγεται έτσι γιατί το αίμα ‘χύνεται’ έξω από ένα μεγάλο αιμοφόρο αγγείο του εγκεφάλου (συνήθως από μια αρτηρία) προς τον υπαραχνοειδή χώρο. Στις περισσότερες περιπτώσεις αιτία της αιμορραγίας είναι η ρήξη (‘σπάσιμο’) ενός προϋπάρχοντος ανευρύσματος μιας από τις μεγάλες αρτηρίες του εγκεφάλου.



Επιδημιολογία

Η υπαραχνοειδής αιμορραγία από ρήξη ανευρύσματος έχει λίγο μεγαλύτερη συχνότητα στις ηλικίες 40-60, όμως μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ακόμα και σε παιδιά.

Η επίπτωση (συχνότητα εμφάνισης) της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας είναι περίπου 10 ως 15 νέα περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού κάθε έτος, δηλαδή 1000 ως 1500 νέα περιστατικά κάθε χρόνο στην Ελλάδα.

Ως προδιαθεσικοί παράγοντες έχουν περιγραφεί η αρτηριακή υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία (υψηλή ‘χοληστερίνη’ στο αίμα) και το κάπνισμα. Μερικές φορές δεν υπάρχουν εμφανείς προδιαθεσικοί παράγοντες.
Πολύ συχνά η υπαραχνοειδής αιμορραγία εκδηλώνεται χωρίς καμμία προειδοποίηση σε νέους και υγιείς ανθρώπους, για αυτό και έχει παρομοιαστεί με ‘κεραυνό εν αιθρία’, δηλαδή ως κεραυνός που έρχεται από καθαρό ουρανό.



Κλινικές εκδηλώσεις και διάγνωση

Κατά την εκδήλωση της αιμορραγίας ο ασθενής αισθάνεται ξαφνικά πολύ δυνατό και ασυνήθιστο πονοκέφαλο, που συνήθως τον αναγκάζει να πέσει κάτω και να πιάσει το κεφάλι με τα χέρια του, σαν να έχει δεχτεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού κτύπημα με ρόπαλο.

Σε πολλές περιπτώσεις, αμέσως μετά εκδηλώνεται επιληπτική κρίση με σπασμούς.

Μερικές φορές επέρχεται ο θάνατος λίγα λεπτά μετά την εκδήλωση της αιμορραγίας-η υπαραχνοειδής αιμορραγία είναι μια από τις κυριότερες αιτίες αιφνίδιου θανάτου μαζί με τα καρδιακά επεισόδια. Από τους ασθενείς που παραμένουν ζωντανοί μετά την εκδήλωση της αιμορραγίας, αρκετοί πολύ γρήγορα χάνουν την επικοινωνία με το περιβάλλον (πέφτουν σε κώμα), ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν σε καλή νευρολογική κατάσταση.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία ασθενών υπάρχει κίνδυνος να μη γίνει σωστή διάγνωση, με αποτέλεσμα να χάνεται πολύτιμος χρόνος. Έτσι πρέπει να εγείρεται η υποψία υπαραχνοειδούς αιμορραγίας όταν συμβαίνει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

  • εκδηλώνεται αυχενοϊνιακή κεφαλαλγία (πονοκέφαλος με επίκεντρο στο πίσω μέρος του κεφαλιού και στον αυχένα) αιφνιδιαστική, έντονη και ασυνήθιστη
  • ακολουθεί έμετος
  • ακολουθεί έστω και στιγμιαία απώλεια συνείδησης (‘απώλεια αισθήσεων’)
  • η κεφαλαλγία μετά την αιφνίδια έναρξή της παραμένει επίμονη και βασανιστική για πολλές ώρες ή μέρες χωρίς να υποχωρεί με αναλγητικά (παυσίπονα) φάρμακα και με ανάπαυση
  • υπάρχουν και άλλες νευρολογικές εκδηλώσεις (π.χ. αδυναμία στα άκρα, δυσχέρεια ομιλίας)
  • υπάρχει αυχενική δυσκαμψία (μεγάλη δυσκολία στην κάμψη του κεφαλιού-εκδηλώνεται συνήθως αρκετές ώρες μετά το επεισόδιο)

Κάθε ασθενής με υποψία υπαραχνοειδούς αιμορραγίας πρέπει επειγόντως να υποβάλλεται σε αξονική τομογραφία (CT) εγκεφάλου, για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ή όχι αιμορραγία. Αν δεν υπάρχει διαθέσιμος αξονικός τομογράφος (περίπτωση ασυνήθιστη σήμερα στις ανεπτυγμένες κοινωνίες) η διάγνωση μπορεί να γίνει με οσφυονωτιαία παρακέντηση, η οποία όμως απαγορεύεται σε περιπτώσεις ασθενών που είναι σε κώμα (δεν επικοινωνούν με το περιβάλλον) ή/και παρουσιάζουν εστιακή νευρολογική σημειολογία (π.χ.

αδυναμία στα αριστερά ή στα δεξιά άκρα) γιατί μπορεί να συμβούν σοβαρές επιπλοκές.

Επίσης, η βυθοσκόπηση (εξέταση του βυθού των ματιών με ειδικό οφθαλμοσκόπιο) μπορεί να δείξει οίδημα οπτικών θηλών ή/και αιμορραγία πίσω από το υαλοειδές σώμα του ματιού.

Παθολογική φυσιολογία

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συχνότερη αιτία εκδήλωσης υπαραχνοειδούς αιμορραγίας είναι η ρήξη (‘σπάσιμο’) ενός ανευρύσματος μιας από τις μεγάλες αρτηρίες που τροφοδοτούν με αίμα τον εγκέφαλο.

Ανεύρυσμα είναι μια παθολογική διόγκωση (σαν φούσκα) στο τοίχωμα μιας αρτηρίας. Μπορεί να έχει μέγεθος από 1 mm (χιλιοστό) ή μικρότερο μέχρι και αρκετά cm (εκατοστά) και ανάλογα χαρακτηρίζεται πολύ μικρό, μικρό, μέτριο, μεγάλο, πολύ μεγάλο ή γιγαντιαίο.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η δημιουργία των ανευρυσμάτων εγκεφάλου δεν οφείλεται άμεσα σε κάποιο συγκεκριμένο νόσημα, ξέρουμε όμως ότι η εμφάνιση ανευρυσμάτων είναι πιο συχνή σε ανθρώπους που πάσχουν από αρτηριακή υπέρταση (‘πίεση’) και δεν παίρνουν σωστή φαρμακευτική αγωγή σε χρόνια βάση, σε άτομα με χρόνια υπερλιπιδαιμία (‘ψηλή χοληστερίνη’) και σε καπνιστές.

Πιθανολογείται ότι η δημιουργία του ανευρύσματος αρχικά οφείλεται σε τοπική αθηρωματική (‘αρτηριοσκληρυντική’) βλάβη του εσωτερικού ελαστικού χιτώνα της αρτηρίας. Αυτή η βλάβη πολλές φορές κάνει το τοίχωμα της αρτηρίας σταδιακά να ενδίδει (να υποχωρεί) στο σημείο της βλάβης καθώς συνεχώς δέχεται τη ροή του αίματος, ιδιαίτερα αν η βλάβη βρίσκεται σε μια γωνία διακλάδωσης της αρτηρίας.

Με την υποχώρηση (‘φούσκωμα’ προς τα έξω) του τοιχώματος της αρτηρίας δημιουργείται το ανεύρυσμα, και σιγά – σιγά το τοίχωμα στον θόλο του ανευρύσματος (στην ‘κορφή’ της φούσκας) λεπταίνει πάρα πολύ. Συνήθως όλη αυτή η διαδικασία, που μπορεί να διαρκεί χρόνια, δεν προκαλεί κανένα απολύτως σύμπτωμα.

Έχει βρεθεί (από νεκροτομικές μελέτες) ότι πιθανά γύρω στο 5 % ή περισσότερο του πληθυσμού έχουν ένα ή περισσότερα ανευρύσματα στον εγκέφαλο.

Δεν ξέρουμε γιατί ένα συγκεκριμένο ανεύρυσμα παθαίνει ρήξη (‘σπάζει’) μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο κίνδυνος φαίνεται ότι συνδέεται με το μέγεθος του ανευρύσματος (τα μεγάλα ανευρύσματα ‘σπάζουν’ συχνότερα από τα μικρά, όμως τα γιγαντιαία αιμορραγούν σπανιότερα).

Επίσης, συνδέεται με συγκεκριμένες δραστηριότητες (π.χ. στη διάρκεια της ερωτικής πράξης), αν και πολλές φορές η ρήξη του ανευρύσματος συμβαίνει σε τυχαία στιγμή, ακόμα και στον ύπνο.

Πιο σπάνια, η υπαραχνοειδής αιμορραγία δεν οφείλεται σε ρήξη αρτηριακού ανευρύσματος αλλά σε άλλες αιτίες (αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία εγκεφάλου, διαταραχές στην πήξη του αίματος, όγκοι κ.ά.). Σε ένα ποσοστό 15 % περίπου δεν διαπιστώνεται σαφής αιτία.

Οι τελευταίες αυτές περιπτώσεις συνήθως έχουν καλή πρόγνωση.

Φυσική ιστορία της νόσου

Έχει βρεθεί ότι, σε κάθε 100 ασθενείς με υπαραχνοειδή αιμορραγία λόγω ρήξης εγκεφαλικού ανευρύσματος οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται γρήγορα και δραστικά:

  • Oι 15 πεθαίνουν πριν προλάβουν να φτάσουν σε νοσοκομείο.
    Από τους υπόλοιπους 85 :
  • Oι 15 πεθαίνουν στο νοσοκομείο μέσα στο πρώτο 24ωρο.
    Από τους υπόλοιπους 70 :
  • Οι 15 πεθαίνουν 24 ώρες – 2 εβδομάδες μετά το επεισόδιο.

Από τους υπόλοιπους 55 :

  • Οι 15 πεθαίνουν 2 εβδομάδες – 2 μήνες μετά το επεισόδιο.

Από τους υπόλοιπους 40 :

  • Οι 15 πεθαίνουν 2 μήνες – 2 χρόνια μετά το επεισόδιο.

Αυτό συμβαίνει γιατί χωρίς σωστή αντιμετώπιση ο ασθενής υπόκειται στις συνέπειες των επιπλοκών της ρήξης του ανευρύσματος, οι οποίες μπορεί να είναι :

1. Ενδοκρανιακές

  • Νέα αιμορραγία
  • Εγκεφαλική ισχαιμία (‘αγγειόσπασμος’)
  • Υδροκέφαλος
  • Αναπτυσσόμενο ενδοκρανιακό αιμάτωμα
  • Επιληψία

2. Εξωκρανιακές – ‘συστηματικές’

  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
  • Καρδιακή αρρυθμία
  • Πνευμονικό οίδημα
  • Γαστρορραγία

 

  • Νέα αιμορραγία (‘το ανεύρυσμα ξανασπάζει’)

Είναι η σοβαρότερη επιπλοκή που απειλεί ασθενείς με ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος οι οποίοι δεν έχουν αντιμετωπιστεί σωστά.
Ο κίνδυνος νέας αιμορραγίας είναι πολύ μεγάλος τις πρώτες 48 ώρες μετά την πρώτη αιμορραγία και εξακολουθεί να είναι υψηλός μέχρι και την 28η μέρα.

Περίπου το 1/3 των ασθενών που επιβιώνουν από την πρώτη αιμορραγία και παραμένουν αθεράπευτοι ξανααιμορραγούν μέχρι την 28η μέρα.
Η δεύτερη αιμορραγία είναι σχεδόν πάντα σοβαρότερη από την πρώτη. Το 70% των ασθενών που ξανααιμορραγούν πεθαίνει.

Ο κίνδυνος της νέας αιμορραγίας μπορεί να αποτραπεί ολοκληρωτικά (100%) με την
έγκαιρη σωστή αντιμετώπιση (αποκλεισμό του ανευρύσματος από την κυκλοφορία), είτε με μικροχειρουργική (‘ανοιχτή’-εξωαγγειακή) απολίνωση είτε με ειδική ενδαγγειακή θεραπεία (‘εμβολισμό’) ανάλογα με την περίπτωση.



• Εγκεφαλική ισχαιμία (‘αγγειόσπασμος’)

Είναι σοβαρή επιπλοκή της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας που εκδηλώνεται με χαρακτήρες ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και οφείλεται στην τοξική δράση των πηγμάτων του (‘χυμένου’) αίματος στο εξωτερικό μέρος του τοιχώματος των αγγείων του εγκεφάλου.

Χωρίς σωστή αντιμετώπιση, εγκεφαλική ισχαιμία εκδηλώνεται στο 25% των ασθενών. Από αυτούς οι μισοί περίπου πεθαίνουν, ενώ από τους υπόλοιπους οι μισοί περίπου παραμένουν με μόνιμη νευρολογική βλάβη (π.χ. ημιπληγία).

Ο κίνδυνος ανάπτυξης εγκεφαλικής ισχαιμίας αρχίζει να αυξάνεται την 4η μέρα από την αιμορραγία, κορυφώνεται την 7η-12η μέρα και παραμένει αξιόλογος ως την 17η-20η μέρα. Δεν μπορεί να αποτραπεί τελείως, όμως μπορεί να μειωθεί σημαντικά με τη σωστή αντιμετώπιση.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση είναι να έχει προηγουμένως αποκλειστεί από την κυκλοφορία το ανεύρυσμα, γιατί σε αντίθετη περίπτωση η θεραπευτική αγωγή για την ισχαιμία (π.χ. ειδικοί φαρμακευτικοί χειρισμοί για να διατηρείται ψηλή η πίεση του αίματος) μπορεί να προκαλέσει νέα αιμορραγία.

Επίσης, έχει αποδειχτεί πειραματικά ότι η πρώιμη χειρουργική αντιμετώπιση της αιμορραγίας μέσα στις πρώτες τρεις μέρες (μικροχειρουργική απολίνωση του ανευρύσματος με ταυτόχρονη αφαίρεση των πηγμάτων αίματος από τον υπαραχνοειδή χώρο του εγκεφάλου) μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης ισχαιμίας.


• Υδροκέφαλος

Οφείλεται σε παρεμπόδιση της παροχέτευσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) εξαιτίας της αιμορραγίας. Μπορεί να εκδηλωθεί σαν οξύς υδροκέφαλος με βαρειά κλινική εικόνα (κώμα) τα πρώτα 24ωρα είτε σαν ‘όψιμος’ υδροκέφαλος με ηπιότερη κλινική εικόνα αργότερα (μέχρι και μήνες μετά την αιμορραγία).

Αν γίνει έγκαιρη σωστή διάγνωση (με αξονική τομογραφία), η χειρουργική αντιμετώπιση (εμφύτευση προσωρινού ή μόνιμου τεχνητού συστήματος παροχέτευσης του ΕΝΥ) είναι πολύ αποτελεσματική.

Και εδώ, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει προηγουμένως αποκλειστεί το ανεύρυσμα από την κυκλοφορία, γιατί σε αντίθετη περίπτωση η χειρουργική παροχέτευση του υδροκεφάλου μπορεί να προκαλέσει νέα αιμορραγία.

  • Αναπτυσσόμενο ενδεγκεφαλικό αιμάτωμα

Πολλές φορές η ρήξη του ανευρύσματος, εκτός από την υπαραχνοειδή αιμορραγία, δημιουργεί και μεγάλο αιμάτωμα που πιέζει τον εγκέφαλο (συνήθως ενδεγκεφαλικό αιμάτωμα μέσα σε έναν από τους δύο κροταφικούς λοβούς του εγκεφάλου).

Ο ασθενής εκτός από τα γενικά συμπτώματα της αιμορραγίας που έχουν ήδη αναφερθεί, παρουσιάζει και συμπτώματα πίεσης του εγκεφάλου από το αιμάτωμα (αδυναμία στα άκρα αντίπλευρα με το αιμάτωμα, κώμα χωρίς ή με ανισοκορία σε βαρειές περιπτώσεις).

Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται επείγουσα χειρουργική θεραπεία, με την οποία ταυτόχρονα αφαιρείται το αιμάτωμα και απολινώνεται το ανεύρυσμα.


• Επιληψία και συστηματικές επιπλοκές

Για την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία των επιπλοκών αυτών χρειάζεται σωστή παρακολούθηση και αντιμετώπιση του ασθενούς.

Αντιμετώπιση

Από την περιγραφή της φυσικής ιστορίας της νόσου γίνεται σαφές ότι η έγκαιρη, δραστική και σωστή θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να ‘ανατρέψει’ τη φυσική ιστορία αυτή προς όφελος του ασθενούς και να αποτρέψει τον θάνατο ή/και τη σοβαρή μόνιμη αναπηρία. 

Διάγνωση της αιμορραγίας

Συνήθως οι ασθενείς στους οποίους η αιμορραγία εκδηλώνεται με βαρειά κλινική εικόνα (π.χ. επιληπτική κρίση ή παρατεταμένο κώμα) φτάνουν γρήγορα στο νοσοκομείο και υποβάλλονται σε αξονική τομογραφία (CT) εγκεφάλου, η οποία και αποκαλύπτει την αιμορραγία.

Το πρόβλημα έγκαιρης διάγνωσης παραμένει ακόμα και σήμερα στις περιπτώσεις ασθενών που είναι σε καλή νευρολογική κατάσταση μετά την αιμορραγία, δηλαδή ακριβώς στην κατηγορία εκείνη των ασθενών που έχουν να ωφεληθούν ‘τα μέγιστα’ από την σωστή διάγνωση και την επείγουσα θεραπεία.

Συχνά ο ασθενής δεν ζητά αμέσως ιατρική βοήθεια μετά το επεισόδιο.

Επίσης συχνά, οι γιατροί ‘πρώτης γραμμής’ (οικογενειακός γιατρός, εφημερεύων στα εξωτερικά ιατρεία επειγόντων κλπ) δεν κάνουν σωστή διάγνωση. Συνηθισμένες λάθος διαγνώσεις είναι κρίση ημικρανίας, κρίση ιλίγγου, γαστρεντερίτιδα, αυχενική σπονδύλωση (‘αυχενικό σύνδρομο’), παραρινοκολπίτιδα (ιγμορίτιδα ή μετωπιαία κολπίτιδα), νευροφυτικές διαταραχές κ.ά.

Το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό ‘υποδοχής’ (π.χ. Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών) θα πρέπει να είναι ειδικά εκπαιδευμένο ώστε να μην ‘ξεφεύγουν’ περιπτώσεις ασθενών με υπαραχνοειδή αιμορραγία.

Κάθε ασθενής με υποψία υπαραχνοειδούς αιμορραγίας θα πρέπει να υποβάλλεται επειγόντως σε αξονική τομογραφία ( CT ) εγκεφάλου, με την οποία επιβεβαιώνεται η ύπαρξη της αιμορραγίας και λαμβάνονται πρόσθετες χρήσιμες πληροφορίες.


Αμέσως μετά την αξονική

Αφού παρθούν επείγοντα μέτρα γενικής υποστήριξης του ασθενούς, αμέσως μετά την διάγνωση της αιμορραγίας πρέπει να ακολουθεί ειδικός απεικονιστικός διαγνωστικός έλεγχος για την αποκάλυψη του αιτίου της αιμορραγίας. Αυτό γίνεται με ψηφιακή αγγειογραφία (DSA) εγκεφάλου.

Eισάγεται, δηλαδή, ειδικός μακρύς καθετήρας, συνήθως με παρακέντηση της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας, διά του οποίου εγχύεται σκιαγραφική ουσία στις αρτηρίες του εγκεφάλου. Έτσι, επιτυγχάνεται απεικόνιση ολόκληρου του αγγειακού δικτύου του εγκεφάλου και αποκαλύπτεται το ανεύρυσμα.

Μερικές φορές η εξέταση αποκαλύπτει την ύπαρξη περισσότερων από ένα ανευρυσμάτων (πολλαπλά ανευρύσματα).

Σήμερα, η εξέταση αυτή είναι εξαιρετικά ασφαλής με πολύ χαμηλό ποσοστό επιπλοκών.
Τα τελευταία χρόνια έχουν ανακοινωθεί μελέτες που δείχνουν ότι, σωστή απεικόνιση του ανευρύσματος μπορεί να επιτευχθεί και με άλλες ‘αναίμακτες’ απεικονιστικές τεχνικές, όπως τρισδιάστατη αξονική αγγειογραφία (3-d CT angio) ή μαγνητική αγγειογραφία (MRA).



Χειρουργική ή ενδαγγειακή αντιμετώπιση

Με την ολοκλήρωση της αγγειογραφίας, λαμβάνεται η απόφαση για το κατάλληλο είδος επείγουσας αντιμετώπισης του ραγέντος ανευρύσματος. Η απόφαση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα κλινικά και ανατομικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Η μικροχειρουργική (‘ανοικτή’ ή εξωαγγειακή) απολίνωση του ανευρύσματος γίνεται με ‘παράθυρο’ στο κρανίο του ασθενούς (κρανιοτομία). Με ειδικούς χειρισμούς, μικροχειρουργικά εργαλεία και με τη βοήθεια ειδικού νευροχειρουργικού μικροσκοπίου το ανεύρυσμα απολινώνεται (αποκλείεται από την κυκλοφορία) με τοποθέτηση μεταλλικού αγκτήρα (clip), χωρίς να γίνονται βίαοι χειρισμοί πάνω στον εγκέφαλο.

Ταυτόχρονα αφαιρούνται τα πήγματα αίματος από τον υπαραχνοειδή χώρο και αντιμετωπίζονται το ενδοκρανιακό αιμάτωμα ή/και ο οξύς υδροκέφαλος αν τυχόν συνυπάρχουν.

Η ειδική ενδαγγειακή θεραπεία (‘εμβολισμός’) γίνεται επίσης υπό γενική αναισθησία, και είναι και αυτή μέθοδος συνήθως εργώδης και πολύωρη. Εισάγεται στις αρτηρίες του εγκεφάλου ειδικός καθετήρας υπό αγγειογραφικό έλεγχο (όπως στην ψηφιακή αγγειογραφία) το άκρο του οποίου οδηγείται μέσα στο ανεύρυσμα.

Από τον καθετήρα αυτόν εισάγονται μέσα στον σάκκο του ανευρύσματος ειδικά μεταλλικά λεπτά εύκαμπτα σύρματα-σπειράματα (coils) τα οποία περιελίσσονται (‘κουβαριάζουν’) και γεμίζουν το ανεύρυσμα, θρομβώνοντάς το.

Και οι δύο μέθοδοι απαιτούν υψηλή εξειδίκευση και βιοϊατρική τεχνολογία υψηλού επιπέδου.
Η επείγουσα (μικροχειρουργική ή ενδαγγειακή) αντιμετώπιση του ραγέντος ανευρύσματος :

  • Αποτρέπει (100%) τον κίνδυνο νέας αιμορραγίας
  • Μειώνει σημαντικά τους κινδύνους από την ανάπτυξη εγκεφαλικής ισχαιμίας γιατί επιτρέπει την εφαρμογή των κατάλληλων φαρμακευτικών και αιμοδυναμικών χειρισμών. 

 Περαιτέρω αντιμετώπιση

Μετά την επέμβαση ο ασθενής οδηγείται στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), όπου υποβάλλεται σε συνεχή παρακολούθηση :

  • Της κλινικής νευρολογικής κατάστασης
  • Ζωτικών συστηματικών παραμέτρων (αναπνοή, κυκλοφορία, οξυγόνωση)
  • Ειδικών παραμέτρων εγκεφαλικής λειτουργίας, αν χρειάζεται (ενδοκράνιας πίεσης, εγκεφαλικής οξυγόνωσης, ροής αίματος στις αρτηρίες του εγκεφάλου)

Αν χρειάζεται, ο ασθενής υποβάλλεται σε ειδική θεραπεία μεταβολικής προστασίας του εγκεφάλου (φαρμακευτική καταστολή, μηχανικός αερισμός, ειδικά φάρμακα) ή/και σε ειδική θεραπεία για εγκεφαλική ισχαιμία (έκπτυξη ενδαγγειακού χώρου, προκλητή υπέρταση, ειδικά φάρμακα).

Μεγάλη σημασία έχει η θεραπεία αποκατάστασης, η οποία πρέπει να αρχίζει αμέσως (από την 1η μέρα) με φυσικοθεραπεία αναπνευστικού – κινησιοθεραπεία - νευροψυχολογική υποστήριξη και να συνεχίζεται τις επόμενες μέρες από εξειδικευμένη θεραπευτική ομάδα.


Η παραμονή του ασθενούς στη ΜΕΘ διαρκεί μέχρι την οριστική σταθεροποίηση της κατάστασής του.

Ομάδα της Κλινικής έχει ανακοινώσει σε μεγάλα διεθνή ιατρικά συνέδρια και σε έγκυρα ξένα επιστημονικά περιοδικά τα πλεονεκτήματα της σωστής επείγουσας (μέσα στο πρώτο 24ωρο) αντιμετώπισης ασθενών με ρήξη εγκεφαλικού ανευρύσματος.

Τα αποτελέσματα συμφωνούν με αυτά των πιο γνωστών κέντρων των ΗΠΑ, της ΕΕ και της Ιαπωνίας. Σήμερα πρέπει να θεωρείται απαράδεκτη κάθε είδους καθυστέρηση στην προώθηση αυτών των ασθενών προς εξειδικευμένο κέντρο για επείγουσα ειδική αντιμετώπιση.



Πρόληψη

Mε βάση τα όσα γνωρίζουμε σήμερα για τους προδιαθεσικούς παράγοντες, τα γενικά προληπτικά μέτρα για ανάπτυξη εγκεφαλικού ανευρύσματος πρέπει να είναι τα ίδια με αυτά που αφορούν την πρόληψη των καρδιοπαθειών: 

  • έγκαιρη διάγνωση και σωστή φαρμακευτική ρύθμιση της αρτηριακής υπέρτασης,
  • αποφυγή καπνίσματος και
  • σωστή (‘Μεσογειακή’) διατροφή.

Η πρόοδος στις σύγχρονες απεικονιστικές ‘μη επεμβατικές’ διαγνωστικές τεχνικές (τρισδιάστατη αξονική αγγειογραφία και μαγνητική αγγειογραφία) επιτρέπει την απεικόνιση των εγκεφαλικών ανευρυσμάτων με μεγάλη ακρίβεια (80%-95% συγκριτικά με την ψηφιακή αγγειογραφία).

Η μαγνητική αγγειογραφία (ΜRΑ), που γίνεται σε όλους τους σύγχρονους μαγνητικούς τομογράφους, είναι μια ασφαλής διαγνωστική εξέταση που δεν χρησιμοποιεί ιονίζουσα ακτινοβολία ούτε ιωδιούχα σκιαγραφικά φάρμακα.
Η αντιμετώπιση ενός ανευρύσματος πριν αυτό ραγεί (‘σπάσει’) μπορεί σήμερα να γίνει με ύψιστη ασφάλεια σε εξειδικευμένα κέντρα.

Για τους παραπάνω λόγους προτείνεται η καθιέρωση της διενέργειας μαγνητικής αγγειογραφίας εγκεφάλου ως απαραίτητο μέρος του γενικού προληπτικού ελέγχου (check – up) για όλο τον πληθυσμό.