O μηνιγγιτιδόκοκκος (Neisseria meningitidis) αποικίζει πολύ συχνά το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα, αλλά ευτυχώς σπάνια προκαλεί διεισδυτική νόσο (μηνιγγίτιδα, σηψαιμία) με αναφερόμενη ετήσια περίπτωση 1 -3 περιπτώσεις/100.000 στις αναπτυγμένες χώρες.

Η μηνιγγοκοκκική νόσος εμφανίζεται πιο συχνά σε παιδιά <5 ετών και μάλιστα η μεγαλύτερη επίπτωση (peak incidence) αναφέρεται σε βρέφη 3-6 μηνών.
O αποικισμός του ρινοφάρυγγα συνήθως οδηγεί σε ασυμπτωματική φορία, που μπορεί vα διαρκεί εβδομάδες ή μήνες. Το ποσοστό των φορέωv σ' ένα φυσιολογικό πληθυσμό σε μη επιδημικές περιόδους υπολογίζεται σε 2-30%, αλλά είναι ακόμη μεγαλύτερο σε παιδιά παιδικών σταθμών και γενικά όπου επικρατούν συνθήκες συγχρωτισμού. Κατά τις περιόδους επιδημίας μπορεί να φθάσει και 100% σε κλειστούς πληθυσμούς.
Αλλά και ο κίνδυνος για δευτερογενές κρούσμα είναι υψηλός. Έχει υπολογιστεί ότι ο δείκτης δευτερογεvούς προσβολής μέσα στην οικογένεια σε περιόδους επιδημίας είναι 4-5%, ενώ σε περίπτωση σποραδικών κρουσμάτων 0,3-0,5%, δηλαδή 500-800 φορές υψηλότερος κίνδυνος απ' ότι στο γενικό πληθυσμό.

Η μετάδοση γίνεται με εκτόξευση σταγονιδίων κυρίως από τον πάσχοvτα, σπανιότερα δε από τον ασυμπτωματικό φορέα. Τα συμπτώματα εμφανίζονται 2-10 ημέρες μετά την έκθεση (χρόνος επώασης).

Η σοβαρότητα της νόσου, καθώς και ο μεγάλος κίνδυνος για δευτερογενή κρούσματα προκαλούν μεγάλη ανησυχία στην κοινότητα, αλλά συγχρόνως αποτελούν "πρόκληση" για το γιατρό, ο οποίος καλείται vα σταματήσει τη διασπορά του μικροοργανισμού, να προφυλάξει αυτούς που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο και να καθησυχάσει τους φόβους του κοινού.
Η χημειοπροφύλαξη αποτελεί το πρωταρχικό και βασικό μέσο για την πρόληψη των δευτερογενών κρουσμάτων και δίδεται σ' αυτούς που διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο να μολυνθούν από τις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις του πάσχοντος. Αυτοί είναι: 

  • τα μέλη της οικογένειας.
  • τα παιδιά του βρεφονηπιακού σταθμού. 
  • οποιοσδήποτε άλλος εκτέθηκε άμεσα στις εκκρίσεις τις τελευταίες 7 ημέρες (π.χ. ήπιε ή έφαγε από κοινό σκεύος, φίλησε, έκανε ανάνηψη ή διασωλήνωσε τον πάσχοντα).

Πρέπει να γίνει σαφές ότι παιδιά που παρέμειναν απλώς στην ίδια αίθουσα ή έφαγαν στο ίδιο τραπέζι με τον πάσχοvτα, καθώς και το ιατρικό ή νοσηλευτικό προσωπικό που δεν έκανε ανάvηψη, δεν χρειάζονται χημειοπροφύλαξη. Επειδή τα περισσότερα δευτερογενή κρούσματα (περίπου 72%) εμφανίζονται την πρώτη εβδομάδα μετά την διάγνωση της νόσου στον πάσχοντα, η χημειοπροφύλαξη πρέπει να χορηγηθεί όσο το δυνατό ενωρίτερα, και κατά προτίμηση τις πρώτες 24 ώρες. Χορήγηση του αντιμικροβιακού μετά τη 14η ημέρα από τη διάγνωση του αρχικού κρούσματος πιθανόν να έχει ελάχιστη ή μηδαμινή χρησιμότητα.

Ο επιτυχής όμως περιορισμός της κυκλοφορίας του μηνιγγιτιδόκοκκου στην κοινότητα προϋποθέτει τη χορήγηση χημειοπροφύλαξης και στον πάσχοντα, πριν αυτός επανέλθει στο οικείο περιβάλλον. Τα αντιμικροβιακά που δίδοvται για θεραπεία της νόσου (πληv της ceftriaxone) δεν εκριζώνουν πάντοτε το μηνιγγιτιδόκοκκο από το ρινοφάρυγγα. Σε 29% των ασθενών ο κόκκος απομονώθηκε σε καλλιέργειες ρινοφαρυγγικών εκκρίσεων μια εβδομάδα μετά το τέλος της θεραπείας.
Ο πρωταρχικός παράγοντας που καθορίζει την αποτελεσματικότητα ενός αντιμικροβιακού για προφύλαξη από το μηνιγγιτιδόκοκκο είναι η ικανότητά του vα επιτυγχάνει βακτηριοκτόνα επίπεδα στα δάκρυα, στο σίελο και τις ρινικές εκκρίσεις.

Η χρήση της sulfadiazine περιορίστηκε σημαντικά λόγω της ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών. Έτσι φάρμακο εκλογής αποτελεί η ριφαμπικίνη, γιατί εκριζώνει τον κόκκο από το ρινοφάρυγγα σε 90% περίπου των φορέων και μπορεί να δοθεί σε όλες τις ηλικίες. Η συνιστώμενη δόση είναι 10mgr/Kgr (μεγίστη δόση 600mgr) κάθε 12 ώρες για 2 ημέρες. Δεv χορηγείται σε εγκύους λόγω της πιθανής τερατογόνου δράσης της. Η ciprofloxacin, σε εφ' άπαξ δόση 500mgr (per os), εκριζώνει επιτυχώς τη φορία σε >90% των περιπτώσεων και, λόγω του απλού δοσολογικού σχήματος, αποτελεί εναλλακτική λύση σε περιπτώσεις, όπου μεγάλος αριθμός ατόμων χρειάζεται να πάρει χημειοπροφύλαξη (π.χ. Κολλέγια, στρατώνες). Δεν χορηγείται όμως σε άτομα <18 ετών, ούτε σε εγκύους και θηλάζουσες μητέρες (15,17). Η ciprofloxacin, χορηγούμενη σε εφ' άπαξ παρεντερική δόση (500mgr σε ενήλικες, 250mgr σε παιδιά <12 ετών), αποδείχθηκε πιο αποτελεσματική από τη ριφαμπικίνη στην εκρίζωση της φορίας (97% -100%), τουλάχιστον όσον αφορά το μηνιγγιτιδόκοκκο ομάδος Α. Παρόλα αυτά δεν συνιστάται προς το παρόν σαν φάρμακο εκλογής, λόγω της περιορισμέvης κλινικής εμπειρίας και του φόβου για ανάπίυξη αντοχής. Πάντως μπορεί να δοθεί με ασφάλεια σε εγκύους.

Το εμβόλιο κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου ενδείκvυται όταν εμφανιστούν δύο ή περισσότερα κρούσματα μηνιγγοκοκκικής νόσου σε ένα σχολείο ή παιδικό σταθμό, εφ' όσον αυτή οφείλεται στο μηνιγγιτιδόκοκκο ομάδος Α ή C, δηλαδή σε ορότυπους που εμπεριέχονται στο υπάρχον εμβόλιο. Πρέπει όμως vα τονιστεί ότι και στην περίπτωση χορήγησης του εμβολίου, η χημειοπροφύλαξη αυτών που ήρθαν σε επαφή με τον πάσχοντα είναι απολύτως απαραίτητη. Η προστασία από το εμβόλιο, αν και διαρκεί περισσότερο, δεν αρχίζει παρά 10-14 ημέρες μετά τη χορήγησή του.

Τέλος η έγκυρη ενημέρωση της οικογένειας των φίλων, των συμμαθητών ή και της κοιvότητας, σε περίπτωση επιδημίας, συμβάλλει αποφασιστικά στον περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου. Η κοινότητα "δικαιούται" να ξέρει ποια άτομα κινδυνεύουν περισσότερο, ποιοι θα πάρουν χημειοπροφύλαξη και ποια είναι τα πρώιμα συμπτώματα ή σημεία που θα οδηγήσουν στην έγκαιρη αναγνώριση της νόσου. Η χημειοπροφύλαξη δεν είναι "πανάκεια", γιατί δεν εκριζώνει πάντοτε τη φορία και πολύ περισσότερο δεν θεραπεύει μία αρχόμενη μηνιγγοκοκκική λοίμωξη.

Πηγές: 9° ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΗΜΕΡΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ '96 ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΙΔΩΝ "Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ" Β' ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ